Φιλελευθερισμός και Δημοκρατία

Ένα μεγάλο πρόβλημα στη σκέψη είναι η διάκριση μεταξύ ατομικών δικαιωμάτων (που αποτελούν τον κορμό του φιλελευθερισμού) και λαϊκής κυριαρχίας με την ισότητα και την κοινωνικότητα (που αποτελεί τον κορμό της δημοκρατίας). Δηλαδή, το τρίπτυχο της ελευθερίας, ισότητας, αδελφοσύνης έχει σπάσει σε δύο τμήματα. Το ένα μέρος με την ελευθερία ενσωματώθηκε  (με ατελή βέβαια τρόπο) στον φιλελευθερισμό και το άλλο μέρος με την ισότητα και την αδελφοσύνη ή κοινωνικότητα με ομοίως ατελή τρόπο στην ιδεολογία του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Όμως οι Ιδέες μόνον σαν ομάδα βρίσκουν το πλήρες και αληθινό νόημά τους, δηλαδή η μία ολοκληρώνεται μέσω της άλλης. Χωριστά μπορούν να καταλήξουν σε τρομακτικές στρεβλώσεις. Έχουμε ήδη οδυνηρή εμπειρία της “ισότητας” και “κοινωνικότητας” χωρίς ελευθερία και της “ελευθερίας” χωρίς ισότητα και κοινωνικότητα, όπου αυτές οι ίδιες οι ιδέες διαστρεβλώνονται και αναιρείται το σημαινόμενό τους.

Πιστεύουμε ότι αυτοί που θεωρούν πως αυτά τα δύο δεν συνδέονται κατ’ ανάγκην, στηριζόμενοι στο ότι εκείνοι που τα συνέλαβαν στο παρελθόν τα θεωρούσαν αντιφατικά μεταξύ τους ή στο ότι άλλοι συνέλαβαν τη δημοκρατία και άλλοι τα ατομικά δικαιώματα, σφάλλουν. Το παρελθόν δεν πρέπει να δεσμεύσει το μέλλον. Εξάλλου, αυτές οι διακρίσεις είναι δικές μας, γιατί αυτά μπορούμε σήμερα να συλλάβουμε και δεν λειτουργούν έτσι σε οντολογικό επίπεδο, πράγμα που φαίνεται από την ανάγκη του κόσμου για μια αρμονία που, με τέτοιου είδους αντίληψη, τελικά δεν επιτυγχάνεται υπονοώντας ύπαρξη σφάλματος. Επιπρόσθετα, για παράδειγμα, να πούμε ότι τα αυτονόητα του παρελθόντος έχουν παύσει να είναι τέτοια σήμερα, όπως οι πόλεις-κράτη λόγω της εξελιξιμότητας της ανθρώπινης συνείδησης – άρα και της ανάγκης.

Η διάκριση λοιπόν φιλελευθερισμού και δημοκρατίας είναι λανθασμένη για τους εξής λόγους:

1) Μια πραγματικότητα, μια αλήθεια, ποτέ δεν γινόταν αντιληπτή από τους ανθρώπους αμέσως στην ολότητά της. Συνήθως, γινόντουσαν αντιληπτές μόνον κάποιες πλευρές της, θα λέγαμε θραύσματα της πραγματικότητας που μπορούσε κάποιος νους να συλλάβει ανάλογα με την ποιότητα, την ιδιοσυγκρασία, τα ενδιαφέροντα και την ολκή του. Αυτό λειτουργούσε εποικοδομητικά μέχρις ενός ορισμένου σημείου, γιατί έριχνε κάποιο φως στις ατομικές και κοινωνικές λειτουργίες. Ως μερικότητα όμως πάντοτε κατέληγε σε διαστρεβλώσεις, επειδή μόνον η πραγματικότητα στην ολότητά της ενέχει αρμονία και γι’ αυτό μόνον αυτή μπορεί και πρέπει να μας δεσμεύει εσαεί. Από το άλλο μέρος, αυτή η ελευθερία μας απέναντι στο παρελθόν δεν πρέπει να μας δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να αγνοήσουμε το παρελθόν, για να “καινοτομήσουμε” εκκεντρικά ή με ιδιοτελή κίνητρα.

2) Η ίδια η πραγματικότητα έχει δύο πλευρές. Η μία είναι το σύνολο των δυνατοτήτων του ατόμου και της κοινωνίας, του οποίου όμως αγνοούμε τη δυναμική και την επιρροή στα πράγματα του κόσμου, διότι είναι αφανές και σχετίζεται με τη φύση του όντος, που αν και άγνωστη δεν μπορεί παρά να ασκεί καθοριστική επιρροή. Η άλλη είναι η απτή πραγματικότητα που βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας και λέγεται κοινωνία, άτομα και κόσμος.

Για την πρώτη μπορούμε να διαφωνούμε όσο θέλουμε, μια και μας αφήνει εκ των πραγμάτων το περιθώριο να επιδιώκουμε τη δοκιμαστική εμπειρία της εφαρμοσμένης άποψής μας.

Για τη δεύτερη όμως δεν μπορούμε να διαφωνήσουμε για το ότι υπάρχει η κοινωνία, ζούμε μέσα και μέσω αυτής, για το ότι όλοι επιζητούν ελευθερία και ότι η ισότητα και η κοινωνικότητα μπορούν να διασφαλίσουν την επιδιωκόμενη αρμονία αν είναι ορθά ερμηνευμένες. Αλλά, ακόμη και αν δεν υπήρχε η κοινωνία, υπάρχει ο κόσμος τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίσουμε αναγκαστικά.

Δηλαδή, υπάρχει εκ των πραγμάτων μία αναπόφευκτη σχέση της οποίας τη φύση είμαστε αναγκασμένοι να διερευνήσουμε και να εξομαλύνουμε. Αυτή είναι μία θεμελιώδης Ανάγκη που προκύπτει από τη Σχέση η οποία αποτελεί από μία άποψη τη φύση των πραγμάτων του κόσμου όπως τον ξέρουμε. Όλα μας εξαναγκάζουν σε σχέση, π.χ. η ανάγκη για λήψη τροφής είναι απότοκο μιας σχέσης υποφώσκουσας, η χαρά και η λύπη, η  τάση για ελευθερία (τουλάχιστον όπως την αντιλαμβανόμαστε).

Όλα αυτά εκφράζουν τη σχέση μας με το περιβάλλον. Ακόμη και το μίσος κάτι τέτοιο εκφράζει. Η αποξένωση που μπορεί να επιδιώκουμε δεν είναι αληθινή, είναι μία αυταπάτη η οποία ορισμένες φορές αποτελεί έκφραση της κυριαρχικότητας. Αλλά και η κυριαρχικότητα είναι μία σχέση, αν και στρεβλή.

Αυτή τη θεμελιώδη Σχέση δεν μπορούμε να την αποφύγουμε και, όσο πιο γρήγορα το καταλάβουμε, τόσο πιο γρήγορα θα επιλύσουμε τα προβλήματά μας.

3) Το μεγάλο πρόβλημα του ανθρώπου είναι ότι δεν μπορεί να κατανοήσει ούτε στο ελάχιστο τη συμβατότητα της ελευθερίας με την ισότητα, την κοινωνικότητα και, επομένως, τη δημοκρατία, παρ’ όλο που έχει επιχειρηθεί η συνύπαρξή τους στις σύγχρονες δημοκρατίες. Υπάρχει τέτοια απόσταση ανάμεσά τους μέσα στον νου του ανθρώπου που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την ανάγκη για συσχετισμό τους και σύνθεσή τους σε ένα όλο – έστω σε κάποιον βαθμό. Και οι ίδιοι οι οραματιστές συχνά ήσαν φανατικά προσκολλημένοι στη δική τους σύλληψη της ιδέας που όμως αναπόφευκτα ήταν μερικότητα. Επιπλέον, μπορεί ενίοτε και τα κίνητρα για τη σύλληψη μιας ιδέας να ήσαν ιδιοτελή, γιατί ο καθένας μπορεί να παίρνει επιλεκτικά από τις νοητικές συλλήψεις ό,τι εξυπηρετεί τις επιθυμίες του, φυσικά διαστρεβλώνοντάς το. Μια τέτοια όμως  ιστορική πραγματικότητα δεν πρέπει να ασκεί πλέον την παραμικρή επιρροή στην αντίληψή μας για την αλήθεια, αν και είναι χρήσιμο να διατηρείται στη μνήμη. Η αληθινή πραγματικότητα ή η Ιδέα μέσω της οποίας αυτή εκφράζεται δεν πλήττεται από αυτό, δεν αλλοιώνεται, υπάρχει γιατί η φύση της όποιας πραγματικότητας είναι τέτοια.

4) Το τελευταίο αλλά κυρίαρχο πρόβλημα στην αντίληψη της σχέσης φιλελευθερισμού και δημοκρατίας είναι το ότι βάση για κάθε σχέση – και πολύ περισσότερο για μια τέτοια πολύπλοκη και φαινομενικά αντιφατική σχέση – αποτελεί η ανθρώπινη συνείδηση, ατομική και συλλογική. Αυτό είναι το κρισιμότερο πεδίο δράσης των οραματιστών, το οποίο, αν και είναι εμφανές, διαφεύγει σχεδόν τελείως της μέριμνάς τους, επειδή αυτό που επιδιώκουν είναι τα άμεσα αποτελέσματα μέσω μιας οργανωμένης δράσης που δεν θα χρειαστεί να ασχοληθεί με τη συνείδηση αυτή. Γι’ αυτόν τον λόγο τόσο εύκολα καταφεύγει κανείς στην επιβολή, επειδή η συνείδηση λειτουργεί σαν εμπόδιο στην εφαρμογή των οραμάτων (ακόμη και αν είναι ορθά, που βέβαια δεν είναι πάντα τέτοια). Η συνείδηση είναι η πηγή του κοινωνικού γίγνεσθαι. Όλες οι άλλες επιρροές βασίζονται στην αντίδραση της ίδιας της συνείδησης στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος όπως π.χ. η επιθυμία για το χρήμα.

Επομένως, θα χρειαζόταν ένα ενδιαφέρον για τις έννοιες που καθορίζουν τη ζωή μας, έστω και αν δεν συνειδητοποιούμε την επιρροή τους, μία σχέση καθαρότερη με αυτόν τον κόσμο των εννοιών που πρέπει όμως να γίνει πρακτικός. Αλλιώς, ό,τι και να κάνουμε, ό,τι οργάνωση και να δημιουργήσουμε, ό,τι και να σκεφθούμε, το αποτέλεσμα θα είναι απογοητευτικό, γιατί δεν θα μπορεί να υποστηριχθεί από τα υποκείμενα ακόμη και αν είναι σωστό.

Γι’ αυτό είναι σφάλμα να δεσμευόμαστε από το παρελθόν, όταν ορθώνεται μπροστά μας ολοκάθαρα η Ανάγκη του παρόντος που υποδεικνύει την ενυπάρχουσα Αλήθεια, ότι ο άνθρωπος και ο κόσμος αναπτύσσονται σε μια αναγκαστική Σχέση που δεν αποτελεί ανθρώπινη επιλογή, αλλά παρ’ όλα αυτά αποτελεί ένα πεδίο όπου μπορεί να εκφράσει τη δημιουργική αυτοβουλία του – αν και μέχρι τώρα η έκφρασή του ήταν ιδιοτελής και καταστροφική. Υπάρχει η δυνατότητα για εποικοδομητική δημιουργικότητα της αυτοβουλίας, αρκεί να το συνειδητοποιήσει ο ίδιος ο άνθρωπος.

Ιωάννα Μουτσοπούλου
Μέλος της ΜΚΟ Σόλων

31/01/2017

Φωτογραφία εισαγωγής: Σόλων ο Αθηναίος

Φωτογρφία κειμένου: pixabay.com

(solon.org.gr)

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Συναφές: 

Η Ευθύνη του πολίτη και η μικροκοινωνική της διάσταση

Σκέψεις πάνω στην έννοια της διάκρισης