Περιβάλλον και Προσδοκίες. Κατηγοριοποίηση κι Επιλογή

perceptions-of-athens


Κάποιος είπε κάποτε ότι δεν υπάρχει νόημα χωρίς πλαίσιο. Κάποια είδη πλαισίου παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των ερμηνειών που δίνουμε σ’ αυτά που βλέπουμε. Για να υπενθυμίσουμε την αξία που έχει να αποσαφηνίσουμε αυτό που εννοούμε με τη σημαντική επίδραση του ‘πλαισίου’ στην αντίληψη, αναφέρω σε συντομία εδώ μερικές πολύ διαφορετικές χρήσεις του όρου. Πάντως, δε θα υπέθετα ότι στην πράξη μικρές διαφορές μπορούν πάντοτε να γίνουν, έτσι πού να είναι χρήσιμες.

Το σημαντικότερο πλαίσιο είναι το ιστορικό πλαίσιο αντίληψης. Μερικοί θεωρητικοί, όπως ο Marshall McLuhan (1962), ο Walter Ong (1967) κι ο Donald Lowe (1982), ισχυρίστηκαν ότι υπήρξαν διαχρονικά μεταβολές στο ανθρώπινο ‘φάσμα αισθήσεων’ – δηλαδή, στην ισορροπία των αισθήσεών μας ή στην προτεραιότητα που δίνουμε σε μερικές αισθήσεις έναντι των άλλων. Έτσι ισχυρίζονται ότι στη δυτική αστική κουλτούρα καταλήξαμε να βασιζόμαστε περισσότερο στην όραση από ότι στις άλλες αισθήσεις.

Ένα κύριο πλαίσιο είναι το κοινωνικοπολιτιστικό πλαίσιο της αντίληψης. Όπως μπορεί να υπάρχουν λεπτές διαφορές στην ανθρώπινη αντίληψη διαχρονικά, μπορεί επίσης να υπάρχουν διαφορές, που αποδίδονται στην κουλτούρα. Η Constance Classen (1993) στο βιβλίο της Worlds of Sense δείχνει ότι κάποιες κουλτούρες δίνουν προτεραιότητα σε διαφορετικές αισθήσεις – οι Ongee των νησιών Andaman, επί παραδείγματι, ζουν σε έναν κόσμο που ρυθμίζεται από την όσφρηση.

carpenterΈνας ιθαγενής αμερικανο-ινδιάνος συγγραφέας, ο Jamake Highwater, που κατάγεται από τους Blackfeet/Cherokee, στο επόμενο απόσπασμα προσελκύει την προσοχή προς κάποιους ριζικά διαφορετικούς τρόπους θεώρησης του κόσμου:

Ενδείξεις ότι οι ινδιάνοι έχουν ένα διαφορετικό τρόπο να βλέπουν τον κόσμο. μπορούν να βρεθούν στη διαφορά μεταξύ των τρόπων, με τους οποίους οι ινδιάνοι και οι μη ινδιάνοι καλλιτέχνες απεικονίζουν τα ίδια γεγονότα. Αυτή η διαφορά δεν είναι αναγκαστικά θέμα ‘λάθους’ ή απλώς μια ποικιλία φαντασίας. Αντιπροσωπεύει έναν εντελώς ιδιαίτερο τρόπο θεώρησης του κόσμου. Παραδείγματος χάριν, σε μιαν ανώνυμη χαλκογραφία μιας περίφημης σκηνής από την ιστορία των λευκών του 16ου αιώνα, ένας καλλιτέχνης ζωγράφισε ένα καράβι αγκυροβολημένο στην παραλία με ένα κλιμάκιο ανδρών κομψά ντυμένων που αποβιβάζονταν, ενώ μεγαλοπρεπείς, εξευρωπαϊσμένοι ινδιάνοι τους χάζευαν – ο ένας καπνίζοντας μια ‘πίπα ειρήνης’ ειδικά για την εορταστική αυτή εκδήλωση.

Η ζωγραφιά ενός ινδιάνου καλλιτέχνη, από την άλλη πλευρά, καταγράφει μιαν εντελώς διαφορετική σκηνή: ινδιάνοι κοιτούν με ανοιχτό το στόμα από την απορία, ένα πλεούμενο νησί που πλησιάζει, σκεπασμένο με ψηλά δέντρα χωρίς φύλλα γεμάτο παράξενα πλάσματα με τριχωτές φάτσες.


Όταν έδειξα τις δύο εικόνες σε λευκούς είπαν πράγματι: ‘Έμ βέβαια, αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό, που φαντάζονταν αυτοί οι ινδιάνοι πως έβλεπαν, δεν βρισκόταν στην πραγματικότητα εκεί. Δεν ήταν εξοικειωμένοι με αυτό που συνέβαινε κι έτσι δεν αντιλήφθηκαν τι συνέβη’. Με άλλα λόγια, δεν υπήρχαν δέντρα χωρίς φύλλα, ούτε πλεούμενο νησί, αλλά ένα καράβι με μιαν ομάδα εξερευνητών.

Οι ινδιάνοι που κοίταξαν τις ίδιες εικόνες, σάστισαν για λίγο, και μετά είπαν, ‘Έμ, εδώ που τα λέμε, ένα καράβι είναι ένα πλεούμενο νησί, και τι είναι πράγματι τα κατάρτια ενός πλοίου παρά κορμοί ψηλών δέντρων;’ Με άλλα λόγια, αυτό που είδαν οι ινδιάνοι, ήταν πραγματικό σε σχέση με τη δική τους εμπειρία.

Οι ινδιάνοι είδαν ένα πλεούμενο νησί, ενώ οι λευκοί είδαν ένα πλοίο. Δε θα ήταν επίσης δυνατό – για να χρησιμοποιήσουμε τα όρια της φαντασίας του εικοστού αιώνα – κάποιος άλλος, πιο ξένος, λαός με εντελώς διαφορετικό τρόπο θεώρησης και σκέψης, να μη βλέπει ούτε νησί ούτε καράβι; Ίσως, επί παραδείγματι, να βλέπει τα σύνθετα δίκτυα των μορίων, που η φυσική μας λέει ότι παράγουν τα εξωτερικά σχήματα, τα χρώματα και τις υφές που εμείς βλέπουμε ως αντικείμενα. Ο Albert Einstein μας έδειξε ότι τα αντικείμενα, όπως κι η επιστημονική τους παρατήρηση, δεν είναι άμεσα αισθητά, κι ότι η σκέψη κοινής λογικής είναι ένα είδος στενογραφίας, που προσπαθεί να μετατρέψει τη ρευστή,αισθησιακή κίνηση και αμεσότητα του κόσμου σε ψευδαισθητικές κατασκευές, όπως είναι οι πέτρες, τα δέντρα, τα πλοία και τα άστρα.

Βλέπουμε τον κόσμο σύμφωνα με την πολιτιστική μας παράδοση και με την ικανότητα των αισθητηρίων μας οργάνων να παραγάγουν πολιτιστικά προκαθορισμένα μηνύματα. (Highwater 1981, 6-8)

Τόσο τα ιστορικά όσο και τα κοινωνικοπολιτιστικά πλαίσια αντίληψης είναι τεράστια θέματα, που δεν μπορούν να εξερευνηθούν περισσότερο εδώ, αλλά τέτοιες σπουδές συντελούν στην υπογράμμιση του γεγονότος ότι ‘ο κόσμος’ δεν είναι απλά κι αδιαμφισβήτητα ‘εκεί έξω’, αλλά κατασκευάζεται σε κάποιαν έκταση κατά τη διαδικασία της αντίληψης. Μέσα σε ένα δεδομένο κοινωνικοπολιτιστικό πλαίσιο, υπάρχουν ευρέως διαδεδομένες ερμηνευτικές συμβάσεις και πρακτικές. Ενώ οι βασικές διαδικασίες της ανθρώπινης αντίληψης είναι, σε μεγάλη έκταση, οικουμενικές, υπάρχει χώρος για λεπτές αλλά σημαντικές παραλλαγές στο χώρο και στο χρόνο.

arts_cork3Μερικά άλλα είδη πλαισίου αναφέρονται συνήθως. Αναφέρθηκα ήδη, στη σημασία που έχουν οι ατομικοί παράγοντες, που μπορεί να επηρεάσουν την αντίληψη. Η έμφαση στο άτομο ως πλαίσιο τονίζει το ρόλο που παίζουν τα ποικίλα μακροχρόνια χαρακτηριστικά των ατομικών υποκειμένων της αντίληψης, όπως είναι οι αξίες, οι πεποιθήσεις, οι συνήθειες, κ.λπ. Μια έμφαση στο περιστασιακό πλαίσιο τονίζει παροδικούς συγκυριακούς παράγοντες όπως είναι οι στόχοι, οι προθέσεις, οι περιστασιακοί περιορισμοί κι οι πλαισιακές προσδοκίες. Τελικά, μια έμφαση στα διαρθρωτικά πλαίσια τονίζει τα δομικά χαρακτηριστικά και τις σχέσεις (όπως η σχέση μεταξύ μιας γραμμής και μιάς άλλης) ‘σε’ αυτό που γίνεται αντιληπτό – αν κι η έκταση κατά την οποίαν υπάρχει συμφωνία, ακόμη και για τέτοια χαμηλού επιπέδου τυπικά χαρακτηριστικά, μπορεί να ποικίλλει.

Πέντε κύριοι ορισμοί της έκτασης του όρου ‘πλαίσιο’ έχουν καταγραφεί εδώ σε σχέση προς την πιθανή τους επίδραση στην αντίληψη:

      • ιστορικό
      • κοινωνικό-πολιτιστικό
      • ατομικό
      • περιστασιακό
      • δομικό

Ενώ μπορεί να είναι χρήσιμο να είναι κανείς ευαισθητοποιημένος ως προς τις πολυ διαφορετικές έννοιες, που η λέξη ‘πλαίσιο’ μπορεί να έχει, ο διαχωρισμός μπορεί να είναι προβληματικός.

Μια πολύ γνωστή μελέτη από τους Bugelski and Alampay (1961) μπορεί να θεωρηθεί ως μαρτυρία της σημασίας του πλαισίου των συμφραζομένων. Το πείραμά τους χρησιμοποιείται συχνά ως παράδειγμα της επίδρασης αυτού, που οι ψυχολόγοι ονομάζουν ‘αντιληπτικό σύνολο’: μιά προδιάθεση να αντιλαμβανόμαστε κάτι σε σχέση με προγενέστερες αντιληπτικές μας εμπειρίες. Το αντιληπτικό σύνολο είναι ευρύτερο από το περιστασιακό πλαίσιο, αφού μπορεί να συνεπάγεται είτε μακροχρόνια (π.χ. πολιτιστική) προγενέστερη εμπειρία, ή όπως στην περίπτωση, βραχυχρόνιους ή συγκυριακούς παράγοντες (Murch 1973, 300-301). Οι ομάδες παρατηρητών στο πείραμα έβλεπαν ένα διφορούμενο σκίτσο, που είχε σχεδιαστεί επίτηδες για να μπορεί να ερμηνευθεί είτε ως αρουραίος ή ως ένας φαλακρός άνθρωπος με γυαλιά. Προτού δουν την εικόνα, τα μέλης της πρώτης ομάδας είδαν σκίτσα διαφόρων ζώων ενώ της δεύτερης ομάδας είδαν σκίτσα προσώπων ανθρώπων (δες το παρακάτω σχήμα). Μια τρίτη ομάδα ελέγχου δεν είδε προηγουμένως καμμιά εικόνα. Το 81% της ομάδας ελέγχου ανέφερε οτι η διφορούμενη εικόνα ήταν εικόνα ανδρός και όχι εικόνα αρουραίου. Όσο περισσότερες εικόνες ζώων είχαν δει στην ομάδα ‘των ζώων’, τόσο πιο πιθανό ήταν να δουν αρουραίο κι όχι άνθρωπο (αν είχαν δει τέσσερις εικόνες ζώων το 100% έβλεπε αρουραίο). Το 73-80% της ομάδας των ‘προσώπων’ είδαν άνθρωπο αντί αρουραίο.

specsΗ επίδραση του αντιληπτικού συνόλου εξερευνήθηκε σε σχέση με την φημισμένη εικόνα που φαίνεται παρακάτω:

womenH εικόνα σχεδιάστηκε για να ερμηνεύεται είτε ως μια νέα γυναίκα ή ως μια γριά. Εισήχθη στην ψυχολογική φιλολογία από τον Edwin G Boring (1930) (αν κι είχε δημοσιευθεί από τον βρεταννό σκιτσογράφο W E Hill το 1915, και θεωρείται ότι βασίζεται σε μια γαλλική εκδοχή που παρουσιάστηκε 15 χρόνια νωρίτερα). Μερικές φορές της δίδεται η σωβινιστική επιγραφή «Σύζυγος και πεθερά». Για να μελετήσει το ρόλο του αντιληπτικού συνόλου ο Robert Leeper (1935) ξανασχεδίασε την εικόνα σε δύο ‘μεροληπτικούς’ τύπους: έναν που τόνιζε τη γριά κι έναν άλλο που τόνιζε την νέα γυναίκα (δες την παρακάτω εικόνα).

leeperΟ Leeper μετέβαλλε τις συνθήκες θέασης για πέντε ομάδες. Μιά ομάδα ελέγχου είδε μόνο το διφορούμενο σχέδιο, και το 65% της ομάδας αυτής περιέγραψε αυθόρμητα την εικόνα ως εικόνα μιας νέας γυναίκας. Η δεύτερη κι η τρίτη ομάδα διάβασαν πρώτα μια λεκτική περιγραφή της γριάς και της νέας αντίστοιχα. Η τέταρτη κι η πέμπτη ομάδα είδαν πρώτα την ‘παλιά’ έκδοση και τη ‘νέα’ έκδοση αντίστοιχα. Οι ομάδες 2 έως πέντε είδαν κατόπιν την αρχική διφορούμενη εικόνα. ΟLeeper βρήκε ότι κάθε μια από τις δασκαλεμένες ομάδες είχε ‘κλειδωθεί’ στην προηγούμενη εμπειρία της. Το 100% της ομάδας 5, που είχε δει την νέα έκδοση πρώτα ερμήνευσαν τη διφορούμενη εικόνα ως εικόνα μιας νέας γυναίκας. Το 94%της ομάδας 4, που είχε δει πρώτα την παλιά έκδοση, ανέφερε ότι είδε τη γρια στη διφορούμενη εικόνα. Το ποσοστό που επέλεξε από τις ερμηνείες κάθε ομάδα που είχε πάρει λεκτικές περιγραφές ήταν το ίδιο με αυτό της ομάδας ελέγχου. ΟGerald Murch (1973, 305) ήταν ανίκανος να επαναλάβει αυτά τα ευρήματα (το 94% της ομάδας ελέγχου του είδε πρώτα τη νέα γυναίκα) κι έτσι υπέθεσε ότι η εικόνα είχε γίνει ώς τότε τόσο γνωστή, που αυτό μπορεί να επηρέαζε τα αποτελέσματα.

Συγκεκριμένα περιστασιακά πλαίσια θέτουν προσδοκίες για τον παρατηρητή. Οι Bruner και Postman (1949) διεξήγαν ένα πείραμα, στο οποίο χρησιμοποιήθηκαν τραπουλόχαρτα, μερικά από τα οποία είχαν αλλαγμένο το χρώμα τους από κόκκινο σε μαύρο και τανάπαλιν. Τα φύλλα εξετίθεντο διαδοχικά για πολύ λίγο διάστημα. Τα υποκείμενα της πειραματικής ομάδας, που έπρεπε να ονομάσουν τα φύλλα, τα αναγνώρισαν ως εξής:

      • Κάποιοι κανονικοποίησαν τα χρώματα των ανώμαλων φύλλων,
      • Κάποιοι κανονικοποίησαν τα ρούχα στις φιγούρες για να τα κάνουν συμβατά με τα ανώμαλα χρώματα,
      • Κάποιοι συμβιβάστηκαν κι είδαν τα ανώμαλα φύλλα ως καφέ ή βιολετιά

Η ερμηνεία εδώ κυριαρχήθηκε από αυτό, που το συγκυριακό πλαίσιο υπέθετε ότι έπρεπε να δουν οι άνθρωποι. Βραχύτερος χρόνος έκθεσης χρειαζόταν για να ονομάσουν οι άνθρωποι τα κανονικά φύλλα παρά τα ανώμαλα.

Σε ένα πείραμα, ο Steven Palmer (1975) παρουσίασε πρώτα ένα συγκυριακό πλαίσιο, όπως μια σκηνή κουζίνας, και μετά εμφάνισε για λίγο μιαν εικόνα-στόχο. Όταν ζητήθηκε να αναγνωρίσουν οι άνθρωποι ένα σχέδιο που έμοιαζε με καρβέλι,οι άνθρωποι που είχαν δει προτήτερα την κουζίνα, αναγνώρισαν σωστά στο 80% των περιπτώσεων ότι ήταν καρβέλι. Προφανώς, ένα καρβέλι ήταν το είδος του πράγματος, που θα περιμένατε να βρείτε σε μια κουζίνα. Τους ζητήθηκε να αναγνωρίσουν μιαν εικόνα που έμοιαζε με ανοιχτό αμερικάνικο γραμματοκιβώτιο, και μιαν εικόνα που έμοιαζε με ταμπούρλο. Οι εικόνες ήταν λίγο διφορούμενες: το γραμματοκιβώτιο έμοιαζε λίγο με το σχήμα ενός καρβελιού με μια φέτα ψωμί δίπλα, και το ταμπούρλο θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως το καπάκι ενός δοχείου. Οι άνθρωποι, που είχαν δει πρώτα την κουζίνα, τα αναγνώρισαν ως γραμματοκιβώτιο και ταμπούρλο στο 40% των περιπτώσεων. Η δυνατότητα αναγνώρισης αντικειμένων επηρεαζόταν από τις προσδοκίες των ανθρώπων, που αφορούσαν αυτό που ήταν πιθανό να βρεθεί σε μια κουζίνα.

Ανέφερα ότι τα συγκυριακά πλαίσια δημιουργούν μερικές (βραχυχρόνιες) προσδοκίες, αλλά αξίζει να σημειώσει κανείς παρεμπιπτόντως, ότι οι προσδοκίες μπορεί επίσης να τίθενται από μακροχρονιότερες επιδράσεις – όπως είναι τα στερεότυπα, οι προκαταλήψεις κι οι προγενέστερες εμπειρίες.

circlesΓια να επιστρέψουμε στα πλαίσια, ιδού ένα παράδειγμα δομικού πλαισίου. Αυτό το σχήμα κύκλων είναι γνωστό με το όνομα οφθαλμαπάτη του Ebbinghaus (ή Titchener). Είναι μια οφθαλμαπάτη σχετικού μεγέθους (ή ακριβέστερα, εμβαδού).Εδώ η τυπική σχέση μεταξύ των μερών μιας εικόνας κάνει το μικρό λευκό κύκλο (που έχει το ίδιο μέγεθος και στις δύο εικόνες) να φαίνεται μεγαλύτερος στο δομικό πλαίσιο των μικρών μαύρων κύκλων, παρά όταν βρίσκεται ανάμεσα στους μεγάλους μαύρους κύκλους. Υπάρχει πληθώρα παραδειγμάτων, για το ρόλο που παίζει το δομικό πλαίσιο στις γεωμετρικές οφθαλμαπάτες, στα βιβλία ψυχολογίας, ούτως ώστε να μη χρειάζεται να συζητηθούν εδώ άλλα παραδείγματα για το ρόλο του δομικού πλαισίου.

Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να εισάγουμε για λίγο τη θεωρία σχημάτων. Ένα σχήμα είναι ένα είδος νοητικού προτύπου ή πλαισίου που χρησιμοποιούμε για να κατανοήσουμε τα πράγματα. Οι συγκεκριμένες περιστάσεις φαίνεται να ενεργοποιούν κατάλληλα σχήματα, που θέτουν κάποιες τυπικές προσδοκίες για ανάλογες περιστάσεις. Τέτοια σχήματα, αναπτύσσονται μέσω της εμπειρίας. Μας βοηθούν να ‘προχωρήσουμε πέρα από την πληροφόρηση που μας δίνεται’ (όπως το έθεσε περίφημα ο Jerome Bruner) κάνοντας υποθέσεις για το τι είναι σύνηθες σε παρόμοιες περιστάσεις. Μας επιτρέπουν, παραδείγματος χάριν, να βγάλουμε συμπεράσματα για πράγματα, που δεν είναι εκείνη τη στιγμή ορατά. Η εφαρμογή των σχημάτων και των προσδοκιών που συνεπάγονται αντιπροσωπεύει ‘εκ των άνω’ διαδικασίες αντίληψης (ενώ η ενεργοποίηση σχημάτων από αισθητηριακά δεδομένα είναι μια ‘εκ των κάτω’ διαδικασία). Ένα καλό παράδειγμα του ρόλου της διαδικασίας ‘εκ των άνω’ είναι όταν νομίζετε ότι αναγνωρίζετε κάποιον στο δρόμο και ύστερα συνειδητοποιείτε (από αισθητηριακά δεδομένα) ότι κάνατε λάθος. Συχνά παραπλανιόμαστε με τον τρόπο αυτό από συγκυριακά πλαίσια, από ευσεβείς πόθους κ.λπ. αγνοώντας τα αισθητηριακά δεδομένα, που αντιτίθενται στις προσδοκίες μας.

Σε ένα πείραμα των Brewer και Treyens (1981), ζητήθηκε από τα άτομα που συμμετείχαν να περιμένουν σε ένα γραφείο. Ο πειραματιστής ανέφερε ρητά ότι αυτό ήταν το γραφείο του κι ότι θα έπρεπε να περιμένουν εκεί, ενόσω έλεγχε το εργαστήριο για να δει αν ο προηγούμενος συμμετέχων είχε τελειώσει. Μετά από 35 δευτερόλεπτα, επέστρεφε κι έπαιρνε τους συμμετέχοντες σε ένα άλλο δωμάτιο, όπου τους ζητούσε να θυμηθούν ό,τι υπήρχε στο δωμάτιο, όπου περίμεναν. Οι άνθρωποι έδειχναν μια έντονη τάση να θυμούνται πράγματα που ήταν συνεπή με το τυπικο ‘σχήμα γραφείου’. Σχεδόν όλοι θυμήθηκαν το έπιπλο γραφείο και το κάθισμα δίπλα του. Μόνο οκτώ στους 30 θυμήθηκαν το κρανίο (!), λίγοι θυμήθηκαν το μπουκάλι με το κρασί ή την καφετιέρα, και μόνο ένας θυμήθηκε το καλάθι του πικ-νικ. Μερικοί θυμήθηκαν πράγματα που δεν ήταν εκεί: 9 θυμήθηκαν βιβλία. Αυτό δείχνει πώς οι άνθρωποι μπορεί να εισάγουν νέα στοιχεία συνεπή με το σχήμα.

Σε ένα πείραμα του Baggett (1975) οι συμμετέχοντες είδαν μια σειρά απλών σκίτσων που διηγούνταν μιαν ιστορία. Η ιστορία έδειχνε έναν μακρυμάλλη, που έμπαινε στο κομμωτήριο, καθόταν στην καρέκλα του κομμωτή, και τελικά έφευγε από το κατάστημα με κοντά μαλλιά. Σε ένα μεταγενέστερο πείραμα είδαν και την εικόνα που έδειχνε το πραγματικό κούρεμα, που δεν είχε αρχικά περιληφθεί. Οι άνθρωποι θυμόντουσαν με αρκετή επιτυχία, ότι η εικόνα αυτή δεν είχε αρχικά παρουσιασθεί, αν το πείραμα ακολουθούσε αμέσως μετά την πρώτη εμφάνιση. Πάντως, αν το πείραμα γινόταν μια βδομάδα μετά την αρχική παρουσίαση, οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούσαν ότι είχαν δει την εικόνα με το κούρεμα στην αρχική σειρά. Αυτό δείχνει τον τρόπο, με τον οποίον ενσωματώνουμε στις μνήμες μας πορίσματα, που βγαίνουν από σχέδια. Το πείραμα βέβαια αυτό αφορούσε τη μνήμη και όχι την αντίληψη, αλλά είναι δύσκολο να διαχωρίσει κανείς τις δυο αυτές διαδικασίες, αν παίρνει τη θέση ότι καμιά αντίληψη δεν είναι ‘άμεση’.

Σχετική με την εφαρμογή των σχημάτων είναι η διαδικασία κατηγοριοποίησης. Η κατηγοριοποίηση αποτελεί κλειδί για μια ‘εκ των άνω’ διαδικασία, που εμπλέκει την αντίληψη.

Όπως και τα σχήματα, οι κατηγορίες απλοποιούν. Η κατηγοριοποίηση έχει έναν αριθμό λειτουργιών:

      • Διευκολύνει τη διαχείριση της συνθετότητας,
      • Επιταχύνει την αναγνώριση,
      • Μειώνει την προσπάθεια μάθησης,
      • Αξιοποιεί την εμπειρία του παρελθόντος
      • Επιτρέπει την εξαγωγή πορισμάτων για περαιτέρω χαρακτηριστικά (που υπερβαίνουν αυτό που ‘δίδεται’)
      • Διευκολύνει την προβλεψιμότητα των γεγονότων,
      • Υποστηρίζει τη συστηματοποίηση
      • Ενώνει την κοινωνική συμπεριφορά (δημιουργώντας κοινά πλαίσια)
      • Καθορίζει τον κόσμο ανάλογα με τους σκοπούς μας
      • Κάνει τον κόσμο να φαίνεται πιο λογικός

Το κόστος αυτών των πλεονεκτημάτων είναι η απώλεια ιδιαιτερότητας και μοναδικότητας στην αντίληψη και ανάκληση. Για τους ρομαντικούς, θεωρείται ότι προκαλεί μιαν αίσθηση απόστασης από τον κόσμο. Ο τρόπος που κατηγοριοποιούμε τα φαινόμενα φαίνεται να είναι ‘φυσικός’ ‘αντανάκλαση της πραγματικότητας’, κάτι που μας κάνει να ξεχνάμε το ρόλο που παίζει η κατηγοριοποίηση στην κατασκευή του κόσμου.

Το πιο γνωστό παράδειγμα πολιτιστικής ποικιλίας κατηγοριών είναι ίσως το γεγονός ότι οι Εσκιμώ έχουν πληθώρα λέξεων που περιγράφουν το ‘χιόνι’ – ένας ισχυρισμός που αποδίδεται συχνά στον Benjamin Lee Whorf. Κι όμως, ο Whorfφαίνεται ότι δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι οι Εσκιμώ είχαν περισσότερες από πέντε λέξεις για το χιόνι (Whorf 1956, 216). Πάντως, μια πιο πρόσφατη μελέτη – όχι των Innuit αλλά των ινδιάνων Koyukon του υποαρκτικού δάσους – εντόπισε 16όρους για το χιόνι, που αντιπροσωπεύουν τις παρακάτω διακρίσεις:

      • χιόνι
      • βαθύ χιόνι
      • χιόνι που πέφτει
      • χιόνι που το φυσά ο αέρας
      • χιόνι στο έδαφος
      • κοκκώδες χιόνι κάτω από την επιφάνεια
      • σκληρό χιόνι που έχει πάρει ο αέρας
      • χιόνι που έλυωσε κι ξαναπάγωσε
      • χιόνι που έκανε κρούστα την άνοιξη
      • χιόνι με λεπτή κρούστα
      • χιόνι που οδήγησε ο αέρας σε κατακόρυφη πλαγιά κάνοντάς την πιο απότομη
      • γείσο από χιόνι σε βουνό
      • βαρύ χιόνι που το παίρνει ο άνεμος
      • λασπωμένο χιόνι στο έδαφος
      • χιόνι πάνω στα κλαδιά
      • αφράτο η πουδράτο χιόνι (Nelson 1983, 262-3)

Δεν σκοπεύω να συζητήσω εδώ το επίμαχο θέμα της έκτασης, στην οποία η αντίληψή μας για τον κόσμο μπορεί να επηρεάζεται από τις κατηγορίες, που ενσωματώνονται στη γλώσσα που μιλάμε. Έχω συζητήσει τη λεγόμενη υπόθεση Sapir-Whorf αλλού. Φθάνει να πω ότι μπορούμε να βρούμε στα αγγλικά λέξεις, για να αναφερθούμε σε διακρίσεις, που μπορεί να μην έχουμε τη συνήθεια να κάνουμε, όπως για το χιόνι πιο πάνω. Αυτό δεν αποκλείει όμως την πιθανότητα οι κατηγορίες που χρησιμοποιούμε να μην αντανακλούν μόνο την άποψή μας για τον κόσμο, αλλά να ασκούν επίσης μερικές φορές αδιόρατες επιδράσεις πάνω του.

Πορίσματα ερευνών υποδεικνύουν ότι οι λεκτικές επιγραφές μπορεί να επηρεάζουν την ανάκληση των οπτικών εικόνων. Σε ένα πολύ γνωστό πείραμα των Carmichael, Hogan και Walter (1932), οι παρατηρητές είδαν απλά σκίτσα το καθένα από τα οποία συνδεόταν είτε με μία είτε με δύο λεκτικές λεζάντες – π.χ. ένα σχέδιο δύο κύκλων συνδεδεμένων με μια ευθεία γραμμή είχε τη λεζάντα ‘γυαλιά’ ή τη λεζάντα ‘αλτήρες’. Ζητήθηκε κατόπιν από τους παρατηρητές να αναπαραγάγουν τα σχέδια. Οι αναπαραγωγές τους έδειχναν μιαν έντονη τάση διαστρέβλωσης της αρχικής εικόνας, για να ταιριάζει με τη λεκτική επιγραφή, που της είχαν προσαρτήσει.

Το πείραμα Stroop Colour-Word Test μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δείξει τις δυσκολίες, που μπορούμε να αισθανθούμε όταν αποχωρίζουμε τις επιγραφές από αυτό στο οποίο αναφερόμαστε (δες παρακάτω). Προσπαθήστε, παραδείγματος χάριν, να μετρήσετε τον αριθμό των πράσινων λέξεων:

xroma

Μια γνωστή μελέτη, που έδειχνε την επίδραση της γλώσσας στην ανάκληση, είναι αυτή της Elizabeth Loftus (1974 & 1979). Έδειξε σε παρατηρητές ένα μικρό φιλμ ενός τροχαίου ατυχήματος και τους ρώτησε μετά πόσο γρήγορα έτρεχαν τα αυτοκίνητα. Η διατύπωση όμως της ερώτησης διέφερε μεταξύ των δύο ομάδων που ρωτήθηκαν. Στη μια ομάδα ρωτήθηκαν ‘Με ποιά ταχύτητα περίπου έτρεχαν τα αυτοκίνητα όταν χτύπησαν (αγγλικό ρήμα hit);’ ενώ αυτοί που ήταν στη δεύτερη ομάδα ρωτήθηκαν ‘Με ποιά ταχύτητα περίπου έτρεχαν τα αυτοκίνητα όταν συγκρούστηκαν’ (αγγλικό ρήμα smash); Αυτοί που ρωτήθηκαν με τη διατύπωση ‘συγκρούστηκαν’ έδωσαν μεγαλύτερες εκτιμήσεις των ταχυτήτων των αυτοκινήτων από τους άλλους. Μια εβδομάδα αργότερα οι ίδιοι παρατηρητές ρωτήθηκαν αν είχαν δει σπασμένα τζάμια στον τόπο του ατυχήματος (δεν υπήρχαν τζάμια στο φιλμ). Το ποσοστό αυτών που είδαν τα ανύπαρκτα τζάμια ήταν περισσότερο από διπλάσιο στην ομάδα που ρωτήθηκε με τη λέξη ‘συγκρούστηκαν’, σε σύγκριση με αυτούς που ρωτήθηκαν με τη διατύπωση ‘χτύπησαν’.

Δεν είναι μόνο σε σχέση με την κατηγοριοποίηση που η αντίληψη περιγράφεται ως ‘επιλεκτική’. Ανακτώντας την όρασή του μετά από 30 χρόνια τυφλότητας, ένας άνδρας ανέφερε:

Όταν ξαναβρήκα την όρασή μου, μου φάνηκε ότι τα αντικείμενα κυριολεκτικά εξακοντίζονταν πάνω μου. Ένα από τα πράγματα, που ένας φυσιολογικός άνθρωπος γνωρίζει από μακρά συνήθεια, είναι τι δεν πρέπει να κοιτάζει. Πράγματα που δεν έχουν σημασία, ή που συγχύζουν, απλώς εξοστρακίζονται από τα μυαλά που βλέπουν. Το είχα ξεχάσει αυτό και προσπάθησα να τα δω όλα μονομιάς. Κατά συνέπειαν δεν είδα σχεδόν τίποτε. (Muenzinger 1942)

Η αντίληψη είναι αναπόφευκτα επιλεκτική: δεν μπορούμε να τα δούμε όλα, όσα υπάρχουν. Υπάρχουν βέβαια φυσιολογικά όρια (τόσο για το ανθρώπινο είδος όσο και για τα άτομα) – μερικοί ισχυρίζονται ότι υπάρχουν όρια και στην γνωστική ικανότητα. Κι ύστερα υπάρχουν οι χωρικοί περιορισμοί της οπτικής μας γωνίας: δεν μπορούμε να βλέπουμε τα πράγματα από κάθε γωνία συγχρόνως. Αλλά πέραν τέτοιων φυσικών ορίων εστιαζόμαστε στα περίβλεπτα χαρακτηριστικά κι αγνοούμε τις λεπτομέρειες, που είναι άσχετες για τους τρέχοντες σκοπούς ή τα ενδιαφέροντά μας. Έτσι η επιλεκτικότητα συνεπάγεται παράλειψη. Μερικοί σχολιαστές χρησιμοποιούν τη μεταφορά του ‘φίλτρου’ – διυλίζουμε δεδομένα, αλλά αυτό προϋποθέτει κάποια παθητικότητα: μπορεί επίσης να ‘αναζητούμε’ δεδομένα κάποιου είδους.

Η επιλεκτική προσοχή υποβοηθείται από την περισσότητα: Δε χρειαζόμαστε πάντα πολλά δεδομένα για να αναγνωρίσουμε κάτι. Συχνά μπορούμε να κάνουμε με ελάχιστα οπτικά δεδομένα, χρησιμοποιώντας αυτό που ονομάζεται ‘περισσότητα’.Μπορεί να γνωρίζετε αυτές τις ‘χονδροειδείς’ φωτογραφίες διάσημων ανθρώπων, στις οποίες μπορείτε ίσα ίσα να αναγνωρίσετε ποιός είναι. Τα σχέδια μας επιτρέπουν να ‘συμπληρώνουμε τα κενά’, επειδή γνωρίζουμε τι θα έπρεπε να είναι εκεί.Έτσι η επιλεκτικότητα σε ωρισμένες περιπτώσεις συνεπάγεται πρόσθεση.

Η επιλεκτικότητα συνεπάγεται επίσης οργάνωση: προσκήνιο, υπόβαθρο και αναδιάρθρωση χαρακτηριστικών. Αντικείμενα, γεγονότα ή καταστάσεις ‘σχηματίζονται’ για να ταιριάζουν με τα πλαίσια αναφοράς μας, κι αυτά επηρεάζουν τον τρόπο που διαμορφώνεται η αντίληψή μας (Newcomb 1952, 88-96).

Οι Gordon Allport και Leo Postman (1945; Newcomb 1952, 88-96) πρόσφεραν έναν κλασικό απολογισμό για την επιλεκτικότητα της αντίληψής μας στην μελέτη τους που έκαναν για τις διαδόσεις (rumors). Όπου ένα γεγονός είναι ανοικτό σε διιστάμενες ερμηνείες, η μετάδοσή του συνεπάγεται τη μεταμόρφωσή του. Η επιλογή, διατήρηση, αναφορά και επανάληψη γεγονότων συνεπάγεται κατά συνήθεια διάφορα είδη μετασχηματισμών. Οι μετασχηματισμοί αυτοί γίνονται για να διευκολύνουν τα γεγονότα να αποκτήσουν περισσότερο νόημα, όσον αφορά τα προσωπικά συμφέροντα, τις ανάγκες και τις εμπειρίες. Η διαδικασία αυτή διογκώνεται, όταν εμπλέκονται η μνήμη κι η επανάληψη, αλλά λειτουργεί ήδη στη διαδικασία επιλογής που αναφέρεται στην αρχική αντίληψη ενός γεγονότος.

Αντίθετα από τη δημοφιλή ιδέα ότι οι διαδόσεις ‘κινούνται σα χιονοστιβάδα’, γίνονται δηλαδή περισσότερο λεπτομερείς καθώς προωθούνται, οι ψυχολογικές μελέτες εισηγούνται ότι η επανάληψη τείνει να κάνει τις διηγήσεις βραχύτερες, περιεκτικότερες, πιο ευνόητες και πιο εύκολες να επαναληφθούν. Υπάρχει αύξουσα τάση να χρησιμοποιούνται λιγότερες λέξεις. Ισοπέδωση είναι η διαδικασία επιλογής μέσω της οποίας μερικές λεπτομέρειες απαλείφονται. Πάντως, στοιχεία ειδικού ενδιαφέροντος για τους διαδίδοντες, που επιβεβαιώνουν τις προσδοκίες τους ή τους βοηθούν να συντάξουν τις εκθέσεις τους, τείνουν να παραμένουν.

Όξυνση είναι η αντίστροφη επιλεκτική διαδικασία της ισοπέδωσης. Μαζί με την απάλειψη κάποιων λεπτομερειών, παρατηρείται επίσης μια τάση ανάδειξης ενός περιορισμένου αριθμού λεπτομερειών, που προσελκύουν την προσοχή του ατόμου,και συντελείται συχνά με χρήση εντυπωσιακών λέξεων. Χρονική όξυνση συντελείται συχνά με την τάση να περιγράφει κανείς γεγονότα στον ενεστώτα. Η κίνηση τονίζεται συχνά ή εισάγεται. Στοιχεία περίοπτα λόγω του σχετικού τους μεγέθουςή ποσότητας τείνουν να διατηρούνται. Οι επιγραφές τείνουν να συγκρατούνται. Επιδράσεις προβαδίσματος μπορεί να οδηγούν στην διατήρηση των στοιχείων που προηγούνται σε μια σειρά. Οικεία σύμβολα είναι επίσης πιθανό να διατηρούνται.Εξηγήσεις μπορεί να εισάγονται, ειδικά για να παράγουν ‘κλείσιμο’ (= μείωση της αμφισημίας).

Κάτω από τις επιλεκτικές διαδικασίες ισοπέδωσης και όξυνσης, και των αντιμεταθέσεων, εισαγωγών κι άλλων μετασχηματισμών, που εμπλέκονται στις αναμεταδόσεις, βρίσκεται, κατά την άποψη των Allport και Postman (1945), η διαδικασία αφομοίωσης. Αυτή εμπλέκει την επίδραση συνηθειών, συμφερόντων κι αισθημάτων πάνω στους μεταδίδοντες και τους ακροατές. Πλευρές της ιστορίας οξύνονται ή ισοπεδώνονται για να τις κάνουν συνεπέστερες με αυτό που θεωρείται ως το κύριο θέμα της ιστορίας, κάνοντας έτσι την ιστορία πιο κατανοητή και ‘στρογγυλεμένη’. Στοιχεία σχετικά με το θέμα μπορεί να εισαχθούν και άλλα άσχετα με το θέμα μπορεί να απαλειφθούν. Εμφανή ‘κενά’ μπορεί να συμπληρωθούν. Και μερικές λεπτομέρειες μπορεί να αλλάξουν, για να κάνουν τις διηγήσεις συνεπέστερες.

      • Η αφομοίωση με συμπύκνωση συνεπάγεται τη συγχώνευση κάποιων λεπτομερειών σε μια.
      • Αφομοίωση προς τις προσδοκίες συνεπάγεται τη μεταμόρφωση λεπτομερειών, όπως οι συνήθειες σκέψης κάποιου προτείνουν ότι θα έπρεπε να είναι.
      • Αφομοίωση προς λεκτικές συνήθειες συνεπάγεται την προσαρμογή φαινομένων στα οικεία πλαίσια των συμβατικών λεκτικών κατηγοριών.
      • Αφομοίωση προς συμφέροντα συνεπάγεται αναμεταδόσεις σύμφωνες με τα συγκεκριμένα επαγγελματικά συμφέροντα ή τους ρόλους του αφηγουμένου (ειδικά όπου αυτά τα ενδιαφέροντα είναι κοινά με αυτά των ακροατών), δίνοντας κύρια προσοχή στις λεπτομέρειες, που αφορούν τα συμφέροντα αυτά.
      • Αφομοίωση προς προκατάληψη μπορεί απλώς να συνεπάγεται αφομοίωση προς τις προσδοκίες ή προς τις λεκτικές κατηγορίες, αλλά μπορεί επίσης να συνεπάγεται βαθιά συναισθηματική αφομοίωση σε εχθρότητα που ορμάται από ρατσιστικές, ταξικές ή προσωπικές προκαταλήψεις.

Η επιλεκτική αντίληψη βασίζεται σαυτό που φαίνεται να ‘προβάλλει’. Πολλά από αυτά που ‘προβάλλουν’ σχετίζονται με τους σκοπούς, τα συμφέροντα, τις προσδοκίες, τις παρελθούσες εμπειρίες μας και τις τρέχουσες ανάγκες της περίστασης.Πάντως, μερικά μοιάζουν περισσότερο διαδεδομένα – σε ολόκληρη την κουλτούρα ή ακόμη και σ’ ολόκληρο το ανθρώπινο είδος. Παραδείγματος χάριν, μοιάζει γενικά να προτιμούμε τα χαρακτηριστικά που είναι μεγάλα και/ή φωτεινά και/ή κινούμενα, το νεωτεριστικό, το εκπληκτικό και το άτοπο, και αυτό που είναι λογικά σύνθετο (‘μοιάζει με πράγματα’), ενώ τείνουμε να εμμένουμε στις ασυνέχειες, στις γωνίες και στα περιγράμματα. Θα επανέλθουμε σε τέτοια φαινομενικά γνωρίσματα της ανθρώπινης αντίληψης στη συζήτηση των θεωριών Gestalt.

Μερικές πλευρές της αντίληψης μπορούν να συζητηθούν αποδοτικά σε όρους ‘επιλεκτικότητας’, αλλά θα ήταν υπεραπλουστευτικό να βλέπουμε την αντίληψη μόνο σε όρους επιλεκτικότητας. Θα διατρέχαμε τον κίνδυνο να υπονοήσουμε ότι η αντίληψη είναι σχετικά παθητική και θα υποβιβάζαμε την ενεργό κατασκευή της πραγματικότητας.

***********************

Daniel Chandler, UWA – July 1997 – Πηγή – μετάφρασηvisual-memory.co.uk

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

Συναφές: 

Δείτε τη μεγαλύτερη συλλογή στην Ελλάδα με οφθαλμαπάτες πατώντας ΕΔΩ

1 σχόλιοLeave a comment