Αλμπέρ Καμυ – Nα ελέγξουμε τις δυνατότητες της σκέψης

thestranger

…εκείνο που μ’ ενδιαφέρει δεν είναι τόσο οι παράλογες ανακαλύψεις όσο οι παράλογες συνέπειές τους. Εάν βεβαιωθούμε γι’ αυτά τα γεγονότα, τι πρέπει να συμπεράνουμε, που πρέπει να καταλήξουμε; Θα πρέπει ν’ αυτοκτονήσουμε ή, παρ’ όλα αυτά, να ελπίζουμε; Πριν απ’ όλα είναι απαραίτητο να ελέγξουμε τις δυνατότητες της σκέψης.

Το πρώτο βήμα που κάνει το πνεύμα είναι να διακρίνει το αληθινό απ’ το ψεύτικο. Εν τούτοις, η πρώτη ανακάλυψη της σκέψης είναι η αντίφαση. Σ’ αυτό το σημείο, είναι ανώφελο να προσπαθήσω να γίνω πειστικός. Γιατί, εδώ κι αιώνες, κανείς δεν το απέδειξε πιο σωστά απ’ τον Αριστοτέλη: “Μ’ όλους τους ισχυρισμούς συμβαίνει ό,τι πολλές φορές τονίσαμε σαν αναπόδραστη συνέπεια, δηλαδή ότι αυτοί οι ίδιοι αναιρούν τους εαυτούς τους. Γιατί εκείνος που λέει ότι τα πάντα είναι αλήθεια δέχεται και τον αντίθετο του δικού του ισχυρισμό, κι έτσι ο δικός του δε θα είναι αληθινός (γιατί αυτός που παραδέχεται σαν αληθινό τον αντίθετο ισχυρισμό καθιστά ψεύτικο το δικό του). Αντίθετα, εκείνος που λέει πως όλα είναι ψέμα, διαψεύδει αυτός ο ίδιος τον ισχυρισμό του. Εάν δε ο πρώτος ισχυρίζεται ότι ο αντίθετος του δικού του ισχυρισμός δεν είναι αληθινός, ο δε δεύτερος ότι δεν είναι ψεύτικος μόνο ο δικός του, θα δημιουργηθεί και για τους δυο η προϋπόθεση μιας ατέλειωτης σειράς αληθινών και ψεύτικων ισχυρισμών, γιατί εκείνος που λέει ότι κάποιος αληθινός ισχυρισμός είναι πραγματικά αληθινός, είναι μέσα στην αλήθεια κι αυτό συμβαίνει επ’ άπειρο” [Αριστοτέλη, Μετά τα Φυσικά, Γ8 1012β 13-22].

Μέσα σ’ αυτόν το λαβύρινθο το πνεύμα τα χάνει. Αυτά τα παράδοξα είναι αδύνατο ν’ απλοποιηθούν. Όσα λογοπαίγνια κι αν χρησιμοποιήσουμε, όσους ακροβατικούς συλλογισμούς κι αν κάνουμε δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε πως πάνω απ’ όλα καταλαβαίνω σημαίνει ενοποιώ. Όσο κι αν εξελίσσεται το πνεύμα, ο βαθύς πόνος του θα συνδέεται με το ασυνείδητο συναίσθημα που νοιώθει ο άνθρωπος μπροστά στον κόσμο: στην ανάγκη ν’ αποκτήσει μια στενή σχέση μαζί του και την επιθυμία της σαφήνειας. Για έναν άνθρωπο η κατανόηση του κόσμου συνίσταται στο να περιορισθεί στο ανθρώπινο σημαδεύοντάς το με τη σφραγίδα του. Ο κόσμος της γάτας δεν είναι και κόσμος του μυρμηγκοφάγου. Αυτό το νόημα έχει το γνωστό “Κάθε σκέψη είναι ανθρωπομορφική”. Παρόμοια, το πνεύμα που προσπαθεί να καταλάβει την πραγματικότητα δεν μπορεί να αισθάνεται ικανοποιημένο αν δεν την περιορίσει σε λογικά δεδομένα. Εάν ο άνθρωπος ήξερε πως και το σύμπαν μπορεί ν’ αγαπάει και να υποφέρει θα συμφιλιωνόταν μαζί του.

man_walkingΕάν μέσα στους ευκολομετάβλητους καθρέφτες των φαινομένων η σκέψη ανακάλυπτε αιώνιες σχέσεις, που θα μπορούσαν να συνοψίσουν και να συνοψισθούν σε μια μοναδική αρχή, θα μπορούσαμε να μιλάμε για μια πνευματική ευτυχία, ο μύθος των ευτυχισμένων δε θα ήταν μια γελοία παραμόρφωση. Τα ουσιαστικά στοιχεία του ανθρώπινου δράματος είναι η νοσταλγία της ενότητας, ο πόθος του απόλυτου. Το ότι όμως η νοσταλγία αυτή είναι ένα γεγονός δε σημαίνει πως πρέπει να επαναπαυόμαστε. Εάν, διαβαίνοντας το χάσμα που χωρίζει τον πόθο απ’ την κατάκτηση, διαπιστώσουμε όπως ο Παρμενίδης την ύπαρξη του Ενός (όποιο κι αν είναι), πέφτουμε στη γελοία αντίφαση ενός πνεύματος που διαπιστώνει την απόλυτη ενότητα και με την ίδια του τη διαπίστωση αποδεικνύει τη διαφοροποίησή του και την πολλαπλότητα που ισχυριζόταν πως θ’ απλοποιούσε. Σ’ αυτόν το φαύλο κύκλο οι ελπίδες μας σβήνουν. Όλα αυτά είναι αλήθειες. Θα επαναλάβω, για μια ακόμη φορά, πως το ενδιαφέρον δε βρίσκεται σ’ αυτές αλλά στα συμπεράσματα που μπορούμε να βγάλουμε απ’ αυτές.

Γνωρίζω κι άλλη μια αλήθεια: ο άνθρωπος είναι θνητός. Ωστόσο, πρέπει να έχουμε υπόψη τα πνεύματα που ξεκινώντας απ’ αυτή την αλήθεια κατέληξαν σ’ απόλυτα συμπεράσματα. Σ’ αυτό το δοκίμιο πρέπει να έχουμε αδιάκοπα στο μυαλό μας τη σταθερή διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σ’ εκείνο που νομίζουμε πως ξέρουμε, στην πρακτική συγκατάθεση και την εικονική άγνοια η οποία μας κάνει να ζούμε με ιδέες που, αν αποδεικνυόντουσαν αληθινές, θα ‘πρεπε ν’ αναστατώσουν ολόκληρη τη ζωή μας. Μπροστά σ’ αυτό το πνευματικό αδιέξοδο, νοιώθουμε απόλυτα τη διάσταση που υπάρχει ανάμεσα σ’ εμάς και σ’ ό,τι κάνουμε. Όσο το πνεύμα μένει ήρεμο μέσα στον ακίνητο κόσμο των ελπίδων του τα πάντα αντικατοπτρίζονται τοποθετημένα κανονικά στην ενότητα της νοσταλγίας του. Στην πρώτη όμως κίνηση, αυτός ο κόσμος σπάει και καταρρέει: ατέλειωτοι αντικατοπτρισμοί θέλουν να μάθουν. Ας μην ελπίζουμε. Ποτέ πια δε θα μπορέσουμε να ξαναφτιάξουμε τη γνωστή κι ήρεμη όψη που μας έδινε τη γαλήνη. Μετά από αναζητήσεις τόσων αιώνων, από παραιτήσεις τόσων σκέψεων, ξέρουμε καλά πως αυτό είναι αλήθεια για κάθε μας γνώση. Εξαιρώντας τους εξ επαγγέλματος ορθολογιστές, σήμερα δεν υπάρχει ελπίδα για πραγματική γνώση. Αν χρειαζόταν να γράψουμε τη μοναδική σημαντική ιστορία της ανθρώπινης σκέψης, θα ‘πρεπε ν’ αναφέρουμε τις διαδοχικές της αναθεωρήσεις κι αδυναμίες.

Για ποιον και για ποιο μπορώ να πω ανεπιφύλακτα: “Αυτό το ξέρω!” Την καρδιά μου μπορώ να την καταλάβω και ξέρω πως υπάρχει. Τον κόσμο, μπορώ να τον αγγίξω και ξέρω, πάλι, πως υπάρχει. Εδώ σταματάει κάθε μου γνώση, τα υπόλοιπα είναι επινοήσεις. Γιατί, αν προσπαθώ να καταλάβω τον εαυτό μου για τον οποίο είμαι σίγουρος, αν προσπαθώ να τον καθορίσω και να τον συνοψίσω, αφήνω το νερό να κυλάει μέσ’ από τα δάκτυλά μου. Μπορώ να περιγράψω μία – μία όλες τις όψεις που ξέρει να παίρνει, ακόμα κι εκείνες που του έχουν αποδώσει, τη μόρφωση, την καταγωγή, την οργή ή τις σιωπές, την αξιοπρέπεια ή μικροπρέπεια. Αλλά δεν προσθέτουμε πρόσωπα. Ακόμα κι αυτή, η δική μου καρδιά θα μου μείνει άγνωστη για πάντα. Ανάμεσα στη βεβαιότητα που έχω για την ύπαρξή μου και στο νόημα που προσπαθώ να δώσω σ’ αυτή τη βεβαιότητα, υπάρχει ένα κενό που δε θα γεμίσει ποτέ. Ο εαυτός μου θα μου μείνει για πάντα ξένος. Στην ψυχολογία και στη λογική υπάρχουν αλήθειες αλλά λείπει η αλήθεια. Το Σωκρατικό “γνώθι σ’ αυτόν” αξίζει τόσο όσο το “έσο ενάρετος” της εξομολόγησης. Σ” αυτά βλέπουμε πως υπάρχει νοσταλγία και άγνοια. Αποτελούν άσκοπα παιχνίδια επάνω σε σπουδαία θέματα. Μονάχα μέσα στα πλαίσια που μπορεί κανείς να τα πλησιάσει παίρνουν κάποιο νόημα.

Beach_AlbertCamus_TheOutsiderΒλέπω ακόμα τα δέντρα που ξέρω τη σύστασή τους, το νερό που δοκιμάζω τη γεύση του. Πώς ν’ αρνηθώ αυτό τον κόσμο αφού υφίσταμαι την επίδρασή του, πώς ν’ αρνηθώ το άρωμα της χλόης και των άστρων, πώς ν’ αρνηθώ τη νύχτα και τις λίγες βραδιές που χαρίζουν στην καρδιά γαλήνη; Κι όμως ολόκληρη η επιστήμη αυτής της γης δε θα με πείσει ποτέ για το ότι αυτός ο κόσμος μου ανήκει. Μου τον περιγράφετε και με μαθαίνετε πού να τον κατατάξω. Απαριθμείτε τους νόμους του και διψώντας για γνώση συμφωνώ πως είναι αληθινοί. Διαλύετε το μηχανισμό του κι η ελπίδα μου μεγαλώνει. Μου μαθαίνετε, τέλος, πως αυτός ο γοητευτικός και πολύχρωμος κόσμος ξεκινάει απ’ το άτομο κι αυτό απ’ το ηλεκτρόνιο. Όλα αυτά είναι πολύ ωραία και περιμένω να συνεχίσετε. Εσείς όμως μου μιλάτε για ένα αόρατο πλανητικό σύστημα όπου τα ηλεκτρόνια περιστρέφονται γύρω από έναν πυρήνα. Μου εξηγείτε σ’ αυτό τον κόσμο με μια εικόνα. Αναγνωρίζω τότε πως φτάσατε στο σημείο να κάνετε ποίηση: Δε θα μάθω ποτέ. Προτού προλάβω να μάθω την προέλευσή μου αλλάζετε θεωρία. Έτσι, η επιστήμη που ήταν υποχρεωμένη να μου μάθει τα πάντα καταλήγει στην υπόθεση, η σαφήνεια βυθίζεται στην αλληγορία, η αβεβαιότητα αναλύεται σ’ έργο τέχνης. Για ποιο λόγο τόσες προσπάθειες;

Οι απαλές γραμμές των λόφων και το χέρι της νύχτας πάνω σ’ αυτήν τη βασανισμένη καρδιά μου μαθαίνουν πιο πολλά. Ξαναγυρίζω εκεί που βρισκόμουν στην αρχή. Καταλαβαίνω πως η επιστήμη με βοηθάει στο να συλλάβω και ν’ απαριθμήσω τα φαινόμενα. Δε μπορεί όμως να με βοηθήσει στο να εννοήσω τον κόσμο. Ακόμα κι αν είχα αγγίζει ολόκληρο το πρόπλασμά του με το δάκτυλο, πάλι δε θα ‘ξερα τίποτε. Κι εσείς μ’ αναγκάζετε να διαλέξω ανάμεσα σε μια βέβαιη για τον εαυτό της περιγραφή που δε μου μαθαίνει τίποτα, και σ’ αβέβαιες υποθέσεις που ισχυρίζονται πως με διδάσκουν. Γι’ αυτό τον κόσμο και για τον εαυτό μου είμαι ένας ξένος, οπλισμένος σε κάθε περίπτωση με μια σκέψη που απ’ τη στιγμή που διαπιστώνει αρνιέται τον εαυτό της. Γιατί να βρίσκω τη γαλήνη μονάχα στην άγνοια και στο θάνατο, γιατί ο πόθος της κατάκτησης να προσκρούει πάνω σε τείχη που δε δίνουν καμία σημασία στις επιθέσεις του; Θέλω, σημαίνει προκαλώ το παράδοξο. Όλα τα πάντα κάνουν να γεννηθεί αυτή η δηλητηριασμένη γαλήνη, υποθάλπουν την αδιαφορία, τον ύπνο της καρδιάς και την παραίτηση.

Ακόμα κι η σκέψη, με το δικό της τρόπο, με πείθει πως αυτός ο κόσμος είναι παράλογος. Η καθαρή λογική, σ’ αντίθεση με το παράλογο, ισχυρίστηκε πως το κάθε τι είναι σαφές. Ευχόμουν το δίκιο της αλλά μάταια περίμενα αποδείξεις. Έπειτα από τόσους αιώνες αναζητήσεων και τόσους εκφραστικούς και πειστικούς ανθρώπους, ξέρω πως αυτό είναι λάθος. Σ’ αυτό το πεδίο τουλάχιστον, αφού δεν μπορώ να μάθω, δεν υπάρχει ευτυχία. Η παγκόσμια λογική, πρακτική, ηθική, η αιτιοκρατία, οι θεωρίες που εξηγούν τα πάντα κάνουν τον συνεπή με τον εαυτό του άνθρωπο να γελά. Δεν έχουν καμιά σχέση με το πνεύμα. Αρνούνται να δεχτούν την ουσιαστική του αλήθεια – το ότι είναι δέσμιο. Μέσα σ’ αυτό το ανεξήγητο και περιορισμένο σύμπαν το πεπρωμένο του ανθρώπου παίρνει λοιπόν το νόημά του. Ένα πλήθος από παραλογισμούς υψώνεται και περικυκλώνει τον άνθρωπο ως το τέλος. Απ’ τη στιγμή που θ’ αποφασίσει να βλέπει σωστά, διακρίνει κι αισθάνεται το συναίσθημα του παράλογου.

Έλεγα πως ο κόσμος είναι παράλογος και προχωρούσα πολύ γρήγορα. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι πως αυτός ο κόσμος δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Παράλογο είναι το χάσμα ανάμεσα στο ότι δε δικαιολογείται και στο μάταιο, μα δυνατό πόθο του ανθρώπου για σαφήνεια. Το παράλογο ισχύει και για τον άνθρωπο και για τον κόσμο. Για την ώρα είναι το μόνο που τους συνδέει. Τους ενώνει όπως ενώνει τους ανθρώπους το μίσος.

Μέσα σ’ αυτό το αμέτρητο σύμπαν που διαδραματίζεται η περιπέτειά μου αυτό μονάχα μπορώ να δω καθαρά. Ας σταθούμε εδώ. Αν δεχτώ πως αυτός ο παραλογισμός που ρυθμίζει τις σχέσεις μου με τη ζωή είναι αλήθεια, αν μπροστά στο θέαμα του κόσμου νοιώθω αυτό το συναίσθημα, αυτή την ανάγκη για σαφήνεια που μ’ αναγκάζει ν’ αναζητήσω τη γνώση, είμαι υποχρεωμένος να θυσιάσω τα πάντα σ’ αυτή την αλήθεια και να την κοιτάξω κατάματα για να μπορέσω να την καταλάβω. Προπάντων, είμαι υποχρεωμένος να συμμορφωθώ μαζί της και να υποστώ όλες τις συνέπειες. Εδώ μιλάω για αξιοπρέπεια.

Προηγουμένως όμως, θέλω να μάθω αν η σκέψη μπορεί να διατηρηθεί μέσα σ’ αυτή την έρημο που τόλμησε να μπει. Εκεί βρήκε την τροφή της. Σ’ αυτή την έρημο κατάλαβε πως μέχρι τώρα τρεφόταν με αυταπάτες. Ήταν η αφορμή για μερικά από τα πιο σημαντικά θέματα της ανθρώπινης σκέψης. Απ’ τη στιγμή που η σκέψη διακρίνει σωστά, ο παραλογισμός γίνεται πάθος – το πιο φοβερό απ’ όλα. Το πρόβλημα όμως βρίσκεται στο να μάθουμε αν μπορούμε να ζούμε με τα πάθη μας κι αν μπορούμε να δεχτούμε τον αδέκαστο νόμο του που πυρπολεί την καρδιά φλογίζοντάς την. Είναι νωρίς όμως ακόμα για να το αντιμετωπίσουμε. Βρίσκεται στη μέση αυτής της εμπειρίας. Θα έλθει η ώρα του. Ας ξαναγυρίσουμε στα θέματα και στις σκέψεις της ερήμου. Το να τ’ απαριθμήσουμε είναι αρκετό.

Σήμερα, είναι γνωστά σ’ όλους. Υπήρξαν πάντα άνθρωποι για να υποστηρίξουν το παράλογο. Ποτέ δε διακόπηκε η παράδοση της ταπεινής σκέψης. Φαίνεται πως δεν υπάρχει λόγος να ξαναγίνει ορθολογιστική κριτική αφού έγινε τόσες φορές. Κι όμως, η εποχή μας βλέπει να ξαναδημιουργούνται αυτά τα παράδοξα συστήματα που επινοούν τρόπους για να κάνουν τη λογική να σκοντάψει, λες και προηγείτο πάντα. Αλλά αυτό δεν αποδεικνύει τόσο την πρόοδο της λογικής όσο τη δύναμη των ελπίδων της. Στην ιστορία, αυτή η σταθερότητα των δύο στάσεων εκφράζει το τρομερό δράμα του ανθρώπου που, κομμένος στα δύο, επιθυμεί την ενότητα και τη φωτεινή θεά που μπορεί να ‘χει απ’ τα τείχη που τον κλείνουν.

Ίσως όμως μονάχα στη δική μας εποχή να είναι τόσο σφοδρή η επίθεση εναντίον της λογικής. Απ’ τον καιρό της κραυγής του Ζαρατούστρα: “Κατά τύχη αυτή είναι η πιο παλιά ευγένεια του κόσμου. Την ξανάδωσα σ’ όλα τα πράγματα όταν εδίδασκα πως πάνω απ’ αυτά καμιά αιώνια θέληση δε θέλει“, απ’ τη θανάσιμη αρρώστια του Κίρκεγκωρ,  “αυτό το κακό που τελειώνει με το θάνατο χωρίς τίποτε άλλο μετά απ’ αυτόν” – από τότε κι έπειτα ακολούθησαν τα σημαντικά και βασανιστικά θέματα της παράλογης σκέψης. Ή τουλάχιστον, κι αυτή η παρατήρηση είναι σημαντική, ακολούθησαν τα θέματα της παράλογης θρησκευτικής σκέψης. Απ’ τον Γιάσπερς ως τον Χάιντεγκερ, απ’ τον Κίρκεγκωρ ως τον Σεστώφ, απ’ τους φαινομενολόγους ως τον Σέλερ, επάνω στο πεδίο της λογικής και της ηθικής, ένα σωρό πνεύματα, που μοιάζουν γιατί τα συνδέει η νοσταλγία και διαφέρουν στις μεθόδους και στους σκοπούς τους, προσπάθησαν επίμονα ν’ αποκλείσουν τον περήφανο δρόμο της λογικής και να ξαναβρούν το βατό δρόμο της αλήθειας. Εδώ, αναφέρομαι σε γνωστές σκέψεις που αξίζουν. Όποιες κι αν είναι ή ήταν οι φιλοδοξίες τους, όλες ξεκίνησαν απ’ αυτό το ανέκφραστο σύμπαν όπου κυριαρχούν η αντίφαση, η αντινομία, η αγωνία και η αδυναμία. Και το κοινό τους σημείο είναι ακριβώς τα θέματα που αναφέραμε μέχρι τώρα. Ακόμα, πρέπει να έχει τόση σημασία ώστε πρέπει να μελετηθούν ιδιαίτερα. Αλλά για την ώρα μας χρειάζονται για τις αποκαλύψεις τους και τις αρχικές τους εμπειρίες. Χρειάζεται μόνο να εξακριβώσουμε τη συνέπειά τους. Ίσως είναι τολμηρό το να θελήσουμε να αναλύσουμε τις φιλοσοφίες τους, μπορούμε όμως, κι αυτό φτάνει, να περιγράψουμε τα κοινά βασικά τους σημεία.

Ο Χάιντεγκερ αντιμετωπίζει μ’ απάθεια την ανθρώπινη ύπαρξη κι υποστηρίζει πως είναι ταπεινωμένη. Μοναδική πραγματικότητα σ’ όλη την κλίμακα των υπάρξεων είναι η “έγνοια“. Για το χαμένο μέσα στον κόσμο και τις αντιφάσεις του άνθρωπο, αυτή η έγνοια είναι ένας σύντομος και φευγαλέος φόβος. Αν όμως αυτός ο φόβος συνειδητοποιηθεί, μετατρέπεται σε αγωνία, γίνεται το διαρκές κλίμα του ανθρώπου που βλέπει καθαρά “πώς μέσα σ’ αυτό ξαναβρίσκεται η ύπαρξη”.

Αυτός ο καθηγητής της φιλοσοφίας γράφει στην πιο αφηρημένη γλώσσα του κόσμου και χωρίς να αμφιβάλλει πως “ο τελειωτικός κι οριστικός χαρακτήρας της ανθρώπινης ύπαρξης προηγείται κατά πολύ από τον ίδιο τον άνθρωπο”. Ενδιαφέρεται για τον Καντ αλλ’ αυτό το κάνει επειδή θέλει ν’ αναγνωρίσει τον περιορισμένο χαρακτήρα του “Καθαρού Λόγου”. Ενδιαφέρεται επειδή στο τέλος των αναλύσεών του αυτό τον βοηθάει να καταλήξει στο ότι “ο κόσμος δεν μπορεί να προσφέρει τίποτε στον άνθρωπο που αγωνιά”. Πιστεύει πραγματικά πως η έγνοια αυτή είναι πολύ πιο σπουδαία απ’ τις κατηγορίες του πνεύματος, κι έτσι μονάχα αυτή σκέφτεται και μονάχα γι’ αυτή μιλάει. Απαριθμεί τις όψεις που παίρνει: ανία, όταν ο κοινός άνθρωπος προσπαθεί να παραδεχτεί και να συνειδητοποιήσει τον εαυτό του. Τρόμος, όταν το πνεύμα σκέφτεται το θάνατο.

Κι αυτός ακόμα δεν ξεχωρίζει τη συνείδηση απ’ το παράλογο. Η συνείδηση του θανάτου οφείλεται στην έγνοια και με τη φωνή της αγωνίας “η ύπαρξη επικαλείται τη συνείδηση” εξορκίζοντάς την να ξανάρθει για να χαθεί μέσα στο ανώνυμο Ον“. Από δω και στο εξής δεν πρέπει να κοιμάται αλλά να μένει άγρυπνη ως τη συντέλεια. Προσκολλάται σ’ αυτό τον παράλογο κόσμο κατηγορώντας το φθαρτό του χαρακτήρα. Ψάχνει να βρει το δρόμο του ανάμεσα στα ερείπια. Ο Γιάσπερς μας αποκαρδιώνει με την οντολογία γιατί υποστηρίζει πως έχουμε χάσει την “αθωότητα”. Ξέρει πως δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα πιο σπουδαίο από το θνητό παιχνίδι των φαινομένων. Ξέρει πως το τέλος του πνεύματος είναι η ήττα. Εμποδίζει την εξέλιξη της πνευματικής περιπέτειας που μας χαρίζει η ιστορία και κτυπάει αλύπητα τις ατέλειες κάθε συστήματος, τη φαντασία που έχει διατηρήσει τα πάντα, το κήρυγμα που δεν έχει κρύψει τίποτα. Μέσα σ’ αυτόν τον λεηλατημένο κόσμο όπου έχει αποδειχτεί πως η γνώση είναι ανέφικτη, όπου φαίνεται ότι μόνη πραγματικότητα είναι το τίποτα και μοναδική στάση η απελπισία, δοκιμάζει να ξαναβρεί το μίτο της Αριάδνης που οδηγεί στα μυστικά των θεών.

Σ’ ένα έργο μ’ αξιοθαύμαστη μονοτονία που κατευθύνεται συνεχώς προς τις ίδιες αλήθειες, ο Σεστώφ αποδεικνύει με κόπο και με το δικό του τρόπο ότι το περιεκτικότερο σύστημα, ο καθολικότερος ορθολογισμός καταλήγει πάντα στον παραλογισμό της ανθρώπινης σκέψης. Καμιά απ’ τις φανερές ειρωνείες και τις γελοίες αντιφάσεις που κοροϊδεύουν τη λογική δεν του διαφεύγει. Ένα μονάχα πράγμα τον ενδιαφέρει, η εξαιρετική ιστορική περίπτωση της καρδιάς ή του πνεύματος. Περνώντας απ’ την εμπειρία του καταδικασμένου σε θάνατο Ντοστογιέφσκι, απ’ τις πυρετικές προσπάθειες του νιτσεϊκού πνεύματος, απ’ τις κατάρες του Άμλετ και την αριστοκρατική θλίψη ενός Ίψεν, ανακαλύπτει, φωτίζει και λαμπρύνει την επανάσταση του ανθρώπου κόντρα στο ανεπανόρθωτο. Αρνιέται τις αιτιολογίες της λογικής και τραβάει αποφασιστικά προς αυτή την άχρωμη έρημο όπου όλες οι βεβαιότητες γίνονται πέτρες.

albert_camus

Από το βιβλίο του Αλμπέρ Καμυ – ο μύθος του Σίσυφου (δοκίμιο πάνω στο παράλογο)

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Συναφές: 

Η λογική μέσα από το παράλογο του Αλμπέρ Καμύ

Kαμύ: Μια μέρα όμως γεννιέται το «γιατί»