Τo τείχος και τα βιβλία – Χόρχε Λουίς Μπόρχες

jorge luis borgesHe, whose long wall the wand’ring Tartar bounds… Dunciad, II, 76


Διάβασα αυτές τις μέρες πως ο άνθρωπος που διέταξε την κατασκευή του σχεδόν άπειρου Σινικού Τείχους ήταν εκείνος ο πρώτος Αυτοκράτορας, ο Τσι Χουάνγκ Τι, ο ίδιος που είχε προστάξει να καούν όλα τα βιβλία πριν απ’ αυτόν.

Το γεγονός ότι τα δύο αυτά κολοσσιαία εγχειρήματα –οι πεντακόσιες ή εξακόσιες λεύγες βράχοι που όρθωσε κατά των βαρβάρων, και η στυγνή κατάλυση της Ιστορίας, δηλαδή του παρελθόντος– ήταν έργο ενός ανθρώπου και, κατά κάποιον τρόπο, τον χαρακτήρισαν, με ικανοποίησε και, ταυτόχρονα, με προβλημάτισε ανεξήγητα. Σκοπός αυτού του σημειώματος είναι να ερευνήσω τις αιτίες αυτών των συναισθημάτων.

shihuangtiΑπό ιστορική άποψη, τα δύο αυτά μέτρα δεν παρουσιάζουν κανένα μυστήριο. Σύγχρονος των πολέμων του Αννίβα, ο Τσι Χουάνγκ Τι, βασιλιάς του Τσιν, ένωσε υπό το σκήπτρο του τα Έξι Βασίλεια και κατάργησε το φεουδαρχικό σύστημα· ύψωσε το Τείχος, γιατί τα τείχη είναι άμυνα· έκαψε τα βιβλία, γιατί οι αντίπαλοί του τα επικαλούνταν για να εξυμνήσουν τους αρχαίους αυτοκράτορες.

Το κάψιμο βιβλίων και η κατασκευή οχυρών είναι σύνηθες έργο των αρχόντων· αυτό που κάνει τον Τσι Χουάνγκ Τι μοναδικό είναι η κλίμακα υπό την οποία έδρασε. Αυτό αφήνουν να εννοηθεί ορισμένοι σινολόγοι, αν και εγώ πιστεύω πως τα γεγονότα που ανέφερα είναι κάτι παραπάνω από υπερβολή ή μεγαλοποίηση κοινότοπων διαθέσεων. Σύνηθες μπορεί να είναι να περιφράξεις έναν κήπο ή ένα περιβόλι· όχι μια αυτοκρατορία…

Εξίσου πρωτάκουστο είναι ν’ αξιώσεις απ’ την πιο παραδοσιακή φυλή ν’ απαρνηθεί τη μνήμη τού –μυθικού ή όχι– παρελθόντος της. Οι Κινέζοι είχαν ήδη τριών χιλιάδων χρόνων γραπτή Ιστορία (και, μες σ’ αυτά τα χρόνια, τον Κίτρινο Αυτοκράτορα, τον Τσουάνγκ Τσου, τον Κομφούκιο, τον Λάο Τσε), όταν ο Τσι Χουάνγκ Τι διέταξε η Ιστορία ν’ αρχίσει μ’ αυτόν.

Ο Τσι Χουάνγκ Τι είχε εκτοπίσει τη μητέρα του «επί ελευθεριότητι»· την άτεγκτη δικαιοσύνη του οι ορθόδοξοι την ερμήνευσαν απλώς ως ασέβεια· ίσως ο Τσι Χουάνγκ Τι θέλησε να εξαλείψει τα κανονικά βιβλία γιατί τον μέμφονταν· ίσως ο Τσι Χουάνγκ Τι θέλησε να εξαφανίσει όλο το παρελθόν για να εξαφανίσει μία και μόνη θύμηση: την ατιμία της μητέρας του. (Έτσι όπως κι ένας άλλος βασιλιάς, στην Ιουδαία, πρόσταξε να σκοτώσουν όλα τα παιδιά, για να σκοτώσει ένα.) Η εικασία δεν είναι απορριπτέα, αλλά δε μας λέει τίποτα για το Τείχος, τη δεύτερη όψη του μύθου.


shiΚατά τους ιστορικούς, ο Τσι Χουάνγκ Τι απαγόρευσε τη μνεία του θανάτου, αναζήτησε το ελιξίριο της αθανασίας και κλείστηκε σ’ ένα συμβολικό παλάτι, που είχε τόσα δωμάτια όσες μέρες έχει ο χρόνος· τα στοιχεία αυτά δηλώνουν πως το Τείχος (εν χώρω) και η φωτιά (εν χρόνω) δεν ήταν παρά μαγικά φράγματα για να αναχαιτίσουν το θάνατο. «Όλα τα πράγματα θέλουν να συνεχίσουν να υπάρχουν» έχει γράψει ο Μπαρούχ Σπινόζα. Ίσως ο Αυτοκράτορας και οι μάγοι του πίστευαν πως η αθανασία ενυπάρχει στον άνθρωπο και πως η φθορά δεν μπορεί να διεισδύσει σ’ έναν κόσμο περίκλειστο.

Ίσως ο Αυτοκράτορας θέλησε να επαναδημιουργήσει την αρχή του χρόνου, και αυτοκλήθηκε ο Πρώτος, για να ’ναι πρώτος στ’ αλήθεια, και αυτοκλήθηκε Χουάνγκ Τι, για να ’ναι κατά κάποιον τρόπο ο Χουάνγκ Τι, ο θρυλικός αυτοκράτορας που εφεύρε τη γραφή και την πυξίδα. Τούτος ο τελευταίος, σύμφωνα με το βιβλίο των Ιεροτελεστιών, έδωσε σ’ όλα τα πράγματα το αληθινό τους όνομα· έτσι και ο άλλος Χουάνγκ Τι καυχήθηκε, σε επιγραφές που διασώθηκαν, πως όλα τα πράγματα, στη διάρκεια της βασιλείας του, θα ’παιρναν την ονομασία που τους άρμοζε. Οραματίστηκε την ίδρυση μιας δυναστείας αθάνατης· πρόσταξε οι διάδοχοί του να ονομάζονται Δεύτερος Αυτοκράτορας, Τρίτος Αυτοκράτορας, Τέταρτος Αυτοκράτορας – και ούτω καθεξής επ’ άπειρον…

Έχω μιλήσει για μια μαγική φιλοδοξία· θα μπορούσαμε ακόμα και να υποθέσουμε πως η ανέγερση του Τείχους και το κάψιμο των βιβλίων δεν έγιναν ταυτόχρονα. Αυτό (ανάλογα με τη σειρά που θα διαλέγαμε) θα μας έδινε την εικόνα ενός βασιλιά που ξεκίνησε καταστρέφοντας κι αργότερα αφοσιώθηκε να διαφυλάξει, ή ενός βασιλιά αποκαρδιωμένου, που κατέστρεψε ό,τι τόσα χρόνια υπερασπιζόταν.

On the Cult of BooksΚαι οι δύο εικασίες είναι δραματικές, αλλά, απ’ όσο ξέρω, δεν έχουν καμία ιστορική βάση. Ο Χέρμπερτ Άλλεν Τζάιλς εξιστορεί πως, όποιους έκρυβαν βιβλία, τους σημάδευαν με πυρωμένο σίδερο και τους καταδίκαζαν να χτίζουν, ώσπου να πεθάνουν, το εξωφρενικό Τείχος. Η πληροφορία αυτή ευνοεί –ή ανέχεται– άλλη ερμηνεία: ίσως το Τείχος ήταν μια μεταφoρά· ίσως ο Τσι Χουάνγκ Τι καταδίκαζε όσους λάτρευαν το παρελθόν σ’ ένα έργο τόσο αχανές, τόσο αβάσταχτο και τόσο άχρηστο όσο και το παρελθόν· ίσως το Τείχος ήταν μια πρόκληση, και ο Τσι Χουάνγκ Τι σκέφτηκε: «Οι άνθρωποι αγαπούν το παρελθόν, μήτε εγώ μήτε οι δήμιοί μου μπορούμε να κάνουμε τίποτα για να εμποδίσουμε αυτή την αγάπη, κι ίσως μια μέρα έρθει κάποιος που θα αισθάνεται σαν εμένα, που θα χαλάσει το Τείχος μου όπως χάλασα κι εγώ τα βιβλία, και θα σβήσει την ανάμνησή μου»· ίσως ο Τσι Χουάνγκ Τι περιτείχισε την αυτοκρατορία του γιατί ήξερε πως ήταν φθαρτή, κι ίσως κατέστρεψε τα βιβλία γιατί είχε επίγνωση πως ήταν βιβλία ιερά ή βιβλία που διδάσκουν ό,τι διδάσκει ολόκληρο το σύμπαν ή η συνείδηση κάθε ανθρώπου.

Ίσως ο εμπρησμός των βιβλιοθηκών και η ανέγερση του Τείχους είναι δύο εγχειρήματα που, κατά κάποιον τρόπο μυστικό, αυτοακυρώνονται. Το επίμονο Τείχος που αυτή τη στιγμή (και κάθε στιγμή) ρίχνει το σύστημα των ίσκιων του πάνω σε τόπους που ποτέ μου δε θα δω, είναι ο ίσκιος ενός Καίσαρα που διέταξε το πιο ευλαβικό απ’ τα έθνη να πυρπολήσει το παρελθόν του· δεν πρέπει να μας φαίνεται περίεργο που η ιδέα αυτή μας συγκινεί αφ’ εαυτής, ανεξάρτητα δηλαδή από τους συνειρμούς που προκαλεί. (Το βάρος της μπορεί να έγκειται στην υπό γιγαντιαία κλίμακα αντιπαράθεση της κατασκευής και της καταστροφής.)

Αν θέλαμε να γενικεύσουμε την προηγούμενη περίπτωση, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε πως η βαρύτητα κάθε μορφής έγκειται σ’ αυτή την ίδια και όχι στο τυχόν επαγωγικό της «περιεχόμενο». Αυτό θα συμφωνούσε με τη θέση του Μπενεντέττο Κρότσε· ήδη ο Πέητερ, το 1877, υποστήριξε πως όλες οι τέχνες τείνουν προς την κατάσταση της μουσικής, που είναι αποκλειστικά «μορφή». Η μουσική, οι συνθήκες ευτυχίας, η μυθολογία, τα πρόσωπα που είναι σμιλεμένα απ’ τον καιρό, κάποια δειλινά και κάποιοι τόποι θέλουν κάτι να μας πουν, ή μας είπαν κάτι που δεν έπρεπε να τ’ αφήσουμε να χαθεί, ή πρόκειται να μας πουν κάτι· αυτή η αποκάλυψη που επίκειται, αλλά δεν συντελείται, είναι, ίσως, το αισθητικό γεγονός.

Χόρχε Λουίς ΜπόρχεςΜπουένος Άιρες, 1950

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

Συναφές: 

Χόρχε Λουίς Μπόρχες – Η αναζήτηση του Αβερρόη

Να βλέπεις με τα μάτια της καρδιάς