Δείπνο με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες – Το φοβερό είναι να είσαι τυφλός στην ψυχή.

 

 

Χόρχε Λουίς Μπόρχες«Σενιόρ οδηγήστε με στο φως…» μου είπε με τρεμάμενη φωνή στο σκοτάδι της σουίτας λίγες ώρες πριν τον ανακηρύξουν επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Κρήτης το 1984.

Πιο πέρα έμπαινε λίγο φως απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο, αλλά ο γέρος που ψηλάφιζε τους τοίχους ήταν τυφλός, είχε γεννηθεί τον προηγούμενο αιώνα, ήταν ταπεινός, αν και ήταν διάσημος. Ήταν ο Χόρχε Φρανσίσκο Ισίδρο Λουίς Μπόρχες. Ο πιο σημαντικός συγγραφέας της Λατινικής Αμερικής. Ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του αιώνα μας.

Ο Μπόρχες κάθισε απέναντι μου και μια συναρπαστική μυστηριώδης κουβέντα είχε ξεκινήσει με τον Αργεντινό συγγραφέα που έβαλε την υπογραφή του στο Χρυσάφι των τίγρεων.

Στην προεδρική σουίτα του ξενοδοχείο «Ρύθημνα» ο τυφλός Μπόρχες μου πρόσφερε συναρπαστικές στιγμές συμπυκνωμένης σοφίας. Ήταν τυφλός τουλάχιστον τριάντα χρόνια. Ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω. Τα γαλανά μάτια του κοίταζαν στο κενό κι όταν διέκρινα μια δέσμη φωτός από το παράθυρο, είχε ήδη πιαστεί απ’ το μπράτσο λεγοντάς μου

«Σενιόρ οδηγήστε με στο φώς!»

«Είμαι πολύ ντροπαλός άνθρωπος, που βρίσκει πολύ γοητευτικό το ότι είναι εδώ μαζί σας σινιόρ και σας μιλάει, το ίδιο γοητευτικό είναι η Ελλάδα, η Κρήτη, ο Λαβύρινθος!»

borges13Στην παρατήρηση πως το ξενοδοχείο έμοιαζε με λαβύρινθο, σχολίασε:

«Για μένα η αγωνία του λαβυρίνθου δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά την ανθρώπινη αγωνία στην αναζήτηση της ελπίδας. Με λίγα λόγια ο ίδιος ο Λαβύρινθος είναι ένα χάος…»

Και πρόσθεσε:

«Το να είσαι τυφλός δεν είναι σκοτάδι, απλώς είναι μια μορφή μοναξιάς. Δεν γεννήθηκα τυφλός. Τυφλώθηκα αργότερα, το 1955. Όταν ήμουν διευθυντής στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Μπουένος Άιρες. Όλη μου η οικογένεια στο παρελθόν έχασε το φως της. Αυτό δεν είναι τόσο κακό όσο νομίζουν οι άνθρωποι. Το φοβερό είναι να είσαι τυφλός στην ψυχή. Στη δική μου περίπτωση είναι μια μορφή χρησιμότητας. Ο πολύς κόσμος με ενοχλεί. Φρόντισα να τυφλωθώ για να μην τους βλέπω. Τώρα προτιμώ να βλέπω τη ζωή μου μπροστά σαν Έλληνας. Το παρελθόν προσπαθώ να μην το σκέφτομαι. Στα φαντάσματα που με επισκέπτονται τη νύχτα δεν δίνω σημασία. Τα χρησιμοποιώ, τα κάνω διηγήματα, ποιήματα ή άλλα όνειρα, αφού η λογοτεχνία είναι η μοίρα μου…»

Την κουβέντα μας διέκοψε η τότε γραμματέας του και μετέπειτα σύζυγός του κυρία Μαρία Κοντάμα.

«Η υγεία του είναι εύθραυστη. Ας μη μιλήσετε άλλο μαζί του…»

Όμως ο Μπόρχες επέμενε την ώρα που τον αποχαιρετούσα:

«Μείνετε, σενιόρ. Μείνετε κοντά μου».

Ήταν οι τελευταίες λέξεις του Μπόρχες, που σχεδόν κλαψούριζε για την παρέα ενός δημοσιογράφου που δήλωνε θαυμαστής του. Επόμενη κίνηση να του σφίξω το χέρι και να σφίξω πιο καλά την κασέτα του μαγνητοφώνου, καθώς άκουγα έναν ψαλμό δυσαρέσκειας για την επιμονή μου απο τη Μαρία Κοντάμα.

*******

Τόπος: Ξενοδοχείο «Ρύθημνα», Μάιος του 1984

Συνδαιτυμόνες: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Πέτρος Κασιμάτης

*********

kasimatis_Dipna

Από το βιβλίο του Πέτρου Κασιμάτη – Μυστικά δείπνα: Συναντήσεις με ήρωες και αντιήρωες

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Συναφές: 

Να βλέπεις με τα μάτια της καρδιάς

Ποίημα στους φίλους (Χόρχε Λουίς Μπόρχες)

 

%d bloggers like this: