Πώς να διαβάζουμε…

En Plein Air by Daniel GerhartzΔεν έχουμε μάθει ποτέ να διαβάζουμε. Μαθαίνουμε να συλλαβίζουμε και να αρθρώνομε το λόγο μας αλλά μέχρι εκεί. Δεν έχουμε κατανοήσει ούτε την κουλτούρα ούτε τη μεθοδολογία του διαβάσματος. Οι περισσότεροι αναγνώστες βάζουμε ένα βιβλίο μπροστά μας και απλώς το διατρέχουμε…

Και ενώ το διάβασμα είναι βασικό «κινούν αίτιο» της εξευγενισμένης συμπεριφοράς μας, του εξανθρωπισμού και του εκπολιτισμού μας, δεν ασχολούμαστε ούτε με την κουλτούρα του και τη φιλοσοφία του ούτε με την τεχνική του και με την πρακτική του. Βλέπουμε εκπομπές επί εκπομπών για το πώς θα τηγανίσουμε τις πατάτες, για παράδειγμα, με τεχνικές που θα γλυκαίνουν τους γευστικούς κάλυκες αλλά δεν βλέπουμε – ειδικά στην ιδιωτική τηλεόραση – ούτε μια εκπομπή για τον κόσμο του Βιβλίου. Αυτό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό δείγμα της παρακμής μας. Εδώ άλλωστε έγκειται ο πυρήνας της πιο ορθολογικής ανάλυσης για τη σημερινή κρίση της χώρας μας. Γιατί τελικά πρόκειται για κρίση του πνεύματος και όχι για κρίση του χρήματος.

Ας δούμε μερικά τεχνικά στοιχεία, τα οποία προφανώς δεν έχουν καμιά καθολικότητα αλλά είναι προσωπική εμπειρία και πρακτική για το διάβασμα. Πιο καλά είναι να διαβάζουμε μόνοι μας, ειδικά όταν αφορά τη λογοτεχνία ή τη φιλοσοφία ή την επιστήμη. Μπορούμε να διαβάζουμε σε λέσχη ανάγνωσης και σε βιβλιοθήκη αλλά εδώ είναι προτιμότερα τα επιστημονικά βιβλία και τα δοκίμια. Μπορούμε επίσης να διαβάζουμε σε ένα καφέ (μάλλον δοκίμια…), αλλά είναι πιο καλά όταν οι υπόλοιποι θαμώνες μας είναι άγνωστοι και δεν έχουμε κάποιο φόβο να μας επαναφέρουν στον κόσμο της φαινομενικής πραγματικότητας. Προφανώς αυτή είναι η δική μου επιλογή που έχει δοκιμαστεί χρόνια και χρόνια και είναι προσωπικά αποδοτική και κυρίως όμορφη.

Βέβαια το πού διαβάζουμε έχει και αυτό διαβαθμίσεις και επιμέρους αξιολογήσεις. Αλλιώς διαβάζεις στο Μουσείο της Ακρόπολης με το βλέμμα να κινείται μεταξύ των γραμμών του βιβλίου και του Παρθενώνα, αλλιώς στο «Ζώναρς» βλέποντας πού και πού την κίνηση στην Πανεπιστημίου, αλλιώς στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου ανάμεσα σε φοιτητές, αλλιώς σε μια ουρά αναμονής (εδώ ενδείκνυται κάτι σπονδυλωτό) ή στην παραλία με κόσμο ή στην ακροθαλασσιά μοναχός, αλλιώς στο γραφείο σου (μάλλον συνοδεύεται και από γράψιμο) ή στο σαλόνι σου (εδώ επικρατεί η εφημερίδα και το περιοδικό και κυρίως η αναδυόμενη ψηφιακή μορφή) ή στην κρεβατοκάμαρά σου (πρωταρχικά το μυθιστόρημα) κ.λπ.

      art-friday-mothers-reading-to-theirΠέραν όλων τούτων, το διάβασμα εγκαθιδρύει μια σχέση με το συγγραφέα και με το επισκοπούμενο πεδίο. Συζητάς με το συγγραφέα αλλά αν είσαι έμπειρος αναγνώστης, ψυχανεμίζεσαι και με τους άλλους αναγνώστες – γιατί πάντα επιτελείς πολλαπλές ερμηνευτικές αναγνώσεις στην ίδια ανάγνωση – και καταθέτεις τη δική σου άποψη και ερμηνεία, τη δική σου αφήγηση και ονειροπόληση. Εδώ οφείλεις να αφιερώσεις ένα χρόνο – που σου επιστρέφεται πολλαπλός – από τη ζωή σου και να δημιουργήσεις «Κύκλους Διαβάσματος», να έχεις «Ημέρες Ντοστογιέφσκι», Προυστ, Παπαδιαμάντη κ.λπ. Να επιτελείς δηλαδή μια ει δυνατόν ολοκληρωμένη και ουσιαστική «συνάντηση» με τα μεγάλα πνεύματα του ανθρώπου. Εδώ είναι απαραίτητες οι δικές σου σημειώσεις και οι αποδελτιώσεις, στις οποίες θα επανέρχεσαι με νέες ματιές κατά καιρούς – αυτό είναι άλλωστε αναγκαίο στοιχείο σχέσης με τους κλασικούς συγγραφείς…

Ο ρυθμός του διαβάσματος παίζει ρόλο και δεν μπορεί να είναι τόσο χαλαρός που η ροή της ανάγνωσης, η ποιότητα της αφομοίωσης και η δυναμική του διαλόγου με το συγγραφέα να εξατμίζονται ή να γίνονται κομμάτια μιας ανολοκλήρωτης σχέσης. Το πρώτο μέρος του διαβάσματος είναι πάντα «ανηφορικό». Απαιτεί ψυχολογία ανίχνευσης και κατανόησης του όλου κλίματος και προσπάθεια αγκίστρωσης στο όλο σύμπαν του βιβλίου. Εδώ θα γνωρίσεις τα πρόσωπα αν είναι μυθιστόρημα ή τα ερωτήματα και τις πρωταρχικές παραδοχές αν είναι δοκίμιο και θα εξοικειωθείς με έναν βρόχο της πραγματικότητας. Θα εισέλθεις κατ’ ουσίαν μέσα σε έναν καινούργιο κόσμο, στον οποίο συμμετέχεις δημιουργικά και προνομιακά.

Σε ένα τόσο πολυσύνθετο και προκλητικό σκηνικό του διαβάσματος παίζει ρόλο ακόμα και σε ποιο μέρος της ημέρας αυτό επιτελείται. Το πρωί είναι πιο ευεπίφορο για επιστημονικά και φιλοσοφικά βιβλία, ενώ το βράδυ «θέλει» μυθιστόρημα και ποίηση. Αλλά και η στάση του σώματος δεν είναι ούτε αυτή αδιάφορη. Στο επιστημονικό βιβλίο απαιτείται σκύψιμο προς τα εμπρός, ενώ στο λογοτεχνικό βιβλίο το σώμα μάλλον θα γέρνει προς τα πίσω.

Όχι, όλα αυτά που αναφέρθηκαν ως μέρος της τεχνικής του διαβάσματος δεν είναι συνταγές ούτε και κανόνες ούτε πολύ περισσότερο κάποιες αλήθειες. Είναι μια προσωπική και μόνο εκδοχή… Αποτελούν όμως μια εικόνα που είναι χαρακτηριστική του διαβάσματος και του αναγνώστη, μια εικόνα που εν πολλοίς αποδίδει και τη στάση μας για τη ζωή και το είδωλο του εαυτού μας.

Attributed to Allan Ramsay (1713-1784, Scottish / Portrait of a Lady Holding a Book of Verse, unsigned, identified on a presentation plaque

Attributed to Allan Ramsay (1713-1784, Scottish / Portrait of a Lady Holding a Book of Verse, unsigned, identified on a presentation plaque

Του Νίκου Τσούλια

Πηγή: anthologio.wordpress

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Δεν είστε ποτέ μόνοι όταν είστε μαζί με ένα καλό βιβλίο

Το διάβασμα βιβλίων κάνει καλό στην υγεία: Πώς επιδρά στο μυαλό και το σώμα

Αν διάβαζαν περισσότεροι άνθρωποι βιβλία

5 CommentsLeave a comment

  • Παρά το ότι έχει κάποιες σωστές συστάσεις, το άρθρο στην γενική του σύλληψη το βρίσκω ανόητο.
    Το να ξεκινάς με την κατηγορία προς τους πάντες ότι “δεν ξέρουμε να διαβάζουμε” και να δίνεις “οδηγίες προς ναυτιλλομένους” (ακόμα κι αν μερικές απ’ αυτές είναι σωστές) για το “πώς να διαβάζουμε” σημαίνει αφενός ότι αγνοείς την τεράστια ποικιλία τρόπων που έχει ο αναγνώστης για να προσεγγίσει το βιβλίο, αφετέρου κινδυνεύεις να αποθαρρύνεις αναγνώστες, που θα πουν: “αφού δεν διαβάζω σωστά, ας μην διαβάσω καθόλου”.
    Προτιμώ να υποθέσω ότι αυτός που διαβάζει ξέρει γιατί το κάνει (μια υπόθεση εύλογη) και, όσο του ‘βγαίνει’, να τον αφήνω στην ησυχία του.

  • “Το πρωί είναι πιο ευεπίφορο για επιστημονικά και φιλοσοφικά βιβλία, ενώ το βράδυ «θέλει» μυθιστόρημα και ποίηση”. (!)
    Οι περισσοτεροι ερευνητες που ξερω, και τυχαινει να ξερω πολλους, ειναι νυχτοπουλια, διαβαζουν πολυ αργα τη νυχτα. Δεν υπαρχει συνταγη, υπαρχει μονον αιτια γιατι διαβαζει κανεις. Το κινητρο του διαβασματος αποφασιζει και τον τροπο, για το ΠΩΣ διαβαζει κανεις. Η μελετη εχει βεβαια τους κανονες της. Εκει χρειαζεται ο ανθρωπος καθοδηγηση, τουλαχιστον στην αρχη. Η ψυχαγωγια, γενικη επιμορφωση, εξαρταται απο τα ενδιαφεροντα και τις δυνατοτητες προσβασης σε καλα διαβασματα και τις ευκαιριες που βρισκει ο κοινος κσι γενικα ταλαιπωρημενος απο τα λοιπα μεσα ενημερωσης ανθρωπος. Το να θελεις να διαβασεις ειναι “τροπος σκεψης” και σταση ζωης! Κατ αρχην πρεπει να παραδεχτει κανεις οτι δεν τα ξερει ολα απο γεννησιμιου του, ουτε και θα τα μαθει ολα “βλεποντας και κανοντας”. Νομιζω εκει εχει πιο πολλα να γινουν, και τοτε θαρθει και ο τροπος!
    Ευχαριστω για τη φιλοξενια,
    Annie

  • Συμφωνώ απόλυτα με τίς απόψεις του Κου Δεμερτζή. Όποιος διαβάζει ξέρει πώς και τί να διαβάζει…

  • Κατά τη γνώμη μου το που, σε ποια στάση σώματος, με τι ρυθμό, τι ώρα της ημέρας κλπ διαβάζει κάποιος, είναι υπόθεση εντελώς προσωπική. Για παράδειγμα ποτέ δεν διαβάζω σε ταξίδια καθώς χαζεύω τη διαδρομή, ποτέ δεν διαβάζω γρήγορα γιατί συγχρόνως σημειώνω (αλλιώς δεν συγκρατώ τίποτα) ή το απολαμβάνω ενώ το που και το πως δεν έχει σημασία γιατί έτσι κι αλλιώς είμαι απορροφημένος.

    Εκείνο, που νομίζω πως πρέπει να αποτελεί γενικό κανόνα, είναι, να μη διαβάζουμε παθητικά, αποδεχόμενοι εξ αρχής την αυθεντία του συγγραφέα (όποιος κι αν είναι), αλλά πάντα με “ενεργό” νου συγκρίνοντας τη δική μας άποψη, ιδίως αν αναφερόμαστε σε θεωρητικά / ιδεολογικά θέματα, γι αυτό και από πριν πρέπει να έχουμε σκεφτεί προσωπικά το διαπραγματευόμενο θέμα.

    Ο παθητικός αναγνώστης είναι σαν τον οδηγό που τον πάει το αυτοκίνητο και όχι ο δρόμος.