Τα 26 μουσικά ντοκιμαντέρ που συγκλόνισαν τον κόσμο

David Bowie

26 από τα σημαντικότερα μουσικά ντοκιμαντέρ που όχι μόνο άλλαξαν τον τρόπο που βλέπουμε τη μουσική αλλά σε κάποιες περιπτώσεις άλλαξαν και το ρου της ιστορίας της.

26. Βiggie And Tupac / (2002) του Νικ Μπρούμφιλντ
Είναι προφανές ότι κανείς ποτέ δε θα μάθει ποιος σκότωσε τον 2Pac, ποιος τον Notorious B.I.G. και γιατί. Ακόμα χειρότερα, κανείς δεν πολυνοιάζεται πια, κυρίως όσο οι επανεκδόσεις και οι χαμένες ηχογραφήσεις και των δύο ράπερ μοσχοπουλάνε παγκοσμίως. Είναι επίσης δεδομένο ότι ο Νικ Μπρούμφιλντ δεν είναι ούτε εισαγγελέας ούτε ντετέκτιβ – είναι όμως ένας χαρισματικός ντοκιμαντερίστας και ένας πολύ χιουμοριστικός αφηγητής: εδώ επιλέγει να ασχοληθεί με μία ιστορία που τα είχε/έχει όλα: σεξ, βία, ναρκωτικά, χρήματα, κόντρες, ρίμες και πολλά beats. Και για να μην ξεχνιόμαστε, ο υπ αριθμόν ένα ύποπτος της υπόθεσης, Μπράιαν «Suge» Νάιτ, έχει, πλέον, αποφυλακιστεί… Σ.Λ.

Δείτε ακόμη: Wild Style (1983, Τσάρλι Αχερν), Krush Groove (1985, Μάικλ Σουλτζ)

25: Βuena Vista Social Club / (1999) του Βιμ Βέντερς
Ηταν κάποτε ένα κλαμπ στην Αβάνα. Οι επίλεκτοι μουσικοί που το αποτελούσαν το είχαν μετατρέψει σε τόπο συνάντησης εν μέσω της δεκαετίας του 40. Το ονόμασαν Buena Vista Social Club αλλά θα έβλεπαν το μύθο του να ανατέλλει μόνο πενήντα χρόνια μετά το κλείσιμό του, όταν τη δεκαετία του 90 ο Κουβανός μουσικός Χουάν Ντε Μάρκος Γκονζάλεζ και ο Αμερικανός κιθαρίστας Ράι Κούντερ θα ηχογραφούσαν τα τραγούδια που είχαν γράψει την ιστορία του, δίνοντας ταυτόχρονα την ευκαιρία στα περασμένης ηλικίας μέλη του να ταξιδέψουν στο Αμστερνταμ και στη Νέα Υόρκη για δύο sold out συναυλίες. Αυτές που θα κινηματογραφούσε ο Βιμ Βέντερς σε ένα οδοιπορικό στη μουσική παράδοση της Κούβας, κάνοντας το δικό του «Βuena Vista Social Club» κάτι περισσότερο από ένα μουσικό ντοκουμέντο. Μέσα από τις ρυτίδες, τον ενθουσιασμό και την άσβεστη φλόγα των «πρωταγωνιστών» του (μυθικά ονόματα όπως αυτά του Κομπάι Σεγούντο, του Ιμπραϊμ Φερέρ, του Ρούμπεν Γκονζάλεζ) ο Βέντερς ρίχνει φως σε μια ξεχασμένη χώρα, πετυχαίνοντας ταυτόχρονα και μια εξαιρετική σπουδή πάνω στο αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου. Που δεν εμπόδισε τα μέλη του Buena Vista Social Club να γίνουν αστέρες, προκαλώντας έναν παγκόσμιο παροξυσμό, που εκδηλώθηκε με πωλήσεις και με πλήρη αναβίωση της μουσικής παράδοσης της Κούβας, λίγο πριν το αναπόφευκτο τέλος της ζωής τους.Μ.Κ.

Δείτε ακόμη: Cuba Feliz (2000, Καρίμ Ντριντί), Calle 54 (2000. Φερνάντο Τρουέμπα)

 

24: Εxploding Plastic Inevitable / (1967) του Ρόναλντ Νέϊμεθ
Οργιο δημιουργικότητας και αποκορύφωμα της φαντασίας ενός ανθρώπου που οραματίστηκε το «ασημένιο όνειρό» του ως μια ευτυχή σύναξη καλλιτεχνών σε ένα σταυροδρόμι των τεχνών: το «Εxploding Plastic Ιnevitable» είναι η πεμπτουσία της αξίας του Γουόρχολ ως πατριάρχη της νέας τέχνης. Ντοκουμέντο που συνδυάζει αποσπάσματα από ταινίες του, μουσική επένδυση από τους Velvet Underground, χορό και μυρωδιά από το πολυθρύλητο Factory της Νέας Υόρκης, η (βασισμένη σε εμφάνιση που έγινε στις 13 Ιανουαρίου 1966) ταινία αποτελεί στα μόλις 22 λεπτά της ένα πρότυπο underground έκφρασης.Και συνάμα μια πρώτη προσπάθεια να αποτυπωθεί κινηματογραφικά η αισθητική και λειτουργία του βιντεοκλίπ, επικοινωνώντας παράλληλα την ανάγκη των δημιουργών της για «υπέρβαση» από οποιαδήποτε κανονικότητα. Μ.Φ.

Δείτε ακόμη: Home Of The Brave (1986, Λόρι Αντερσον), Love You Till Tuesday (1969, Μάλκολμ Τόμσον)

23. Τruth Or Dare / (1991) των Αλεκ Κεσισιάν, Μαρκ Αλντο Μιτσέλι
Ο λόγος για τον οποίο δημιουργήθηκε η ταινία αυτή είναι για να χτίσει προφίλ στη μεγαλύτερη σταρ όλων των εποχών και να εισχωρήσει στα άδυτα του μύθου περί ατσάλινης και απροσπέλαστης γυναίκας. Η κάμερα ακολουθεί την Μαντόνα και τον θίασό της από χορευτές, συνεργείο και υπόλοιπους συνεργάτες στα παρασκήνια, στο κρεβάτι, στις στιγμές «χαλάρωσης» (αν υποθέσουμε ότι η Μαντόνα είναι σε θέση να χαλαρώσει ποτέ…) αλλά συλλαμβάνει την τραγουδίστρια και επί σκηνής το 1990, να βάζει με τη Blonde Ambition Tour φωτιά στο κοινό, σε μια από τις πρώτες απόπειρές της να φτιάξει ένα περιοδεύον υπερθέαμα. Το εγχείρημά της στέφθηκε από ολοκληρωτική επιτυχία. Το σεξ, η υπόσχεσή του, τα υπονοούμενα γύρω από αυτό βρίσκονται σε προτεραιότητα στην ταινία (ο τίτλος της εκτός Αμερικής είναι «Στο Κρεβάτι Με Τη Μαντόνα») ενώ, μέσα σε δύο ώρες ντοκιμαντέρ, το ζητούμενο προφίλ χτίζεται σφαιρικά – με τη Μαντόνα να σκιαγραφείται, εκτός από σιδηρά ντίβα, ως μια χαμογελαστή «μαμά» με μεγάλες φτερούγες που αγκαλιάζει τους πάντες, ως μια κόρη που δεν ξεχνά, ως ένας κανονικός άνθρωπος με την αμφισβήτηση και την πρόκληση στο αίμα του. Μ.Φ.

Δείτε ακόμη: Βring On The Night (1985, Μάικλ Απτεντ), To Russia With Elton (1979, Ντικ Κλέμεντ και Ιαν Λα Φρενέ)

 

22: Τhe Τ.Α.Μ.Ι. Show / (1964) του Στιβ Μπάϊντερ
Ναι μεν είναι ένα κονσέρτο (δύο για την ακρίβεια) μαγνητοσκοπημένο για τηλεόραση, αλλά όταν μπορείς να δεις Τζέιμς Μπράουν, Rolling Stones, Supremes, Μάρβιν Γκέι, Λέσλι Γκορ και Beach Boys (μεταξύ άλλων) δεν χρειάζεται να το πολυψάχνεις. Η χρυσή εποχή της ποπ στο ξεκίνημά της, ενώ αν αναρωτιέστε ποιος ξεχώρισε ανάμεσα σε αυτό τον γαλαξία ονομάτων λάβετε υπ όψιν πως ο Κιθ Ρίτσαρντς θεώρησε το μεγαλύτερο λάθος της καριέρας των Stones να εμφανιστούν μετά τον Τζέιμς Μπράουν, αφού όσο καλά και αν έπαιζαν ήταν αδύνατο να ξεπεράσουν την εμφάνισή του. Μ. Κιλ.

Δείτε ακόμη: Τhe Complete Ed Sullivan Show (1948-1971)

21: End Οf Α Century / (2003) των Τζιμ Φιλντς, Μάϊκλ Γκραμάλια
Ο, τι και να πει κανείς για ένα από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα του ηλιακού συστήματος, λίγο θα είναι. Ναι, επρόκειτο για μία δυσλειτουργική οικογένεια στη μεγαλύτερη διάρκεια της ζωής της και, παρακολουθώντας αυτό το φρενήρες ντοκιμαντέρ, το καταλαβαίνεις πολύ εύκολα. Αλλά αυτά τα 60 λεπτά που έμεναν οι Ramones στη σκηνή σε έκαναν να ξεχνάς τα πάντα. Πλούσιο σε υλικό, αληθινό και άμεσο, το (σοφά τιτλοφορημένο) «Εnd Of Α Century» είναι ο καλύτερος τρόπος για να θυμόμαστε αυτούς εδώ τους αυθεντικούς outsiders που, εκτός της μουσικής τους συνδρομής, εφηύραν και δύο κλασικές φράσεις της σύγχρονης ιστορίας του ανθρώπου («hey ho lets go» και «gabba gabba hey»). Μ.Κιλ.

Δείτε ακόμη: We re Outta Here (1997, Κέβιν Κέρσλεϊκ)

20: Τhelonious Monk: Straight, No Chaser / (1988) της Σάρλοτ Ζουέριν
Τη σκηνοθεσία υπογράφει η Σάρλοτ Ζουέριν, άλλη όμως είναι η υπογραφή-εγγύηση, τόσο για τους κινηματογραφόφιλους, όσο και για τον μικρόκοσμο της τζαζ: αυτή του Κλιντ Ιστγουντ που κάθεται στην καρέκλα του παραγωγού. Ακριβώς ο άνθρωπος με τον οποίο θα ήθελες να μιλήσεις για τον Θελόνιους Μονκ, να ακούσετε μαζί τους δίσκους του, να τον δείτε να παίζει. Αυτό κάνει το «Straight, No Chaser» με τον πιο υποδειγματικό τρόπο, μέσα από συνεντεύξεις με τους ανθρώπους που έζησαν από κοντά αυτή τη «μεγαλοφυϊα της σύγχρονης μουσικής», κυρίως όμως μέσα από αποσπάσματα ζωντανών εμφανίσεων που αποδεικνύουν περίτρανα γιατί αυτή η εκρηκτική, απρόβλεπτη προσωπικότητα με το αναβλύζον ταλέντο και το πάθος του κατάφερε να χωρίσει την παγκόσμια τέχνη σε «προ» και «μετά Μονκ», με τον τρόπο που μόνο ο Πικάσο είχε καταφέρει πριν από αυτόν. Ν.Φ.

Δείτε ακόμη: Charles Mingus: Triumph Of The Underdog (1998, Ντον Μακ Γκλιν), Memories Of Duke (1980, Γκάρι Κιζ)

19: Τhe Decline Of The Western Civilization / (1981) της Πενέλοπε Σφίρις
Κλασική περίπτωση ταινίας που αποκτά αξία και αίγλη μέσα στο χρόνο, το ντοκιμαντέρ της Σφίρις για την πανκ σκηνή του Λος Αντζελες στα τέλη των 70s λειτουργεί καταλυτικά για οποιαδήποτε κινηματογραφική καταγραφή της ενέργειας και της δύναμης του rock n roll. Πέραν του πολύτιμου πληροφοριακού υλικού που παρέχει η ταινία, αισθάνεσαι ότι μπορείς να μυρίσεις τον ιδρώτα, να νιώσεις τον κίνδυνο και την οργή, να κάνεις ένα θεαματικό stage diving για λόγους που ξέρεις εσύ και οι γύρω σου. Οι Black Flag, οι Χ αλλά και οι Fear, οι Circle Jerks, οι Germs και οι Bags γίνονται αντικείμενα εξονυχιστικής παρατήρησης από την κάμερα της Σφίρις, όχι ως μουσειακά εκθέματα αλλά ως ζωντανά κύτταρα μιας αναγκαιότητας που γέννησε μια έκρηξη στο εφησυχασμένο τοπίο της Καλιφόρνια. Το underground της Δυτικής Ακτής παίρνει σάρκα και οστά και ένα κομμάτι της κοινωνίας «που δεν έχει παρά να ζει σε ρίσκο» καταγράφεται δυναμικά και ωμά. Μ.Φ.

Δείτε ακόμη: Punking Out (1979, Μάγκι Κάρσον, Τζούλιους Κοσαλόφσκι και Φρέντρικ Σορ), Take It Or Leave It (1981, Ντέιβ Ρόμπινσον)

18: Βlank Generation / (1976) των Αϊβαν Κραλ, Εϊμος Πο
Σε λιγότερο από μια ώρα, ο τσέχος Αϊβαν Κραλ, κιθαρίστας της Πάτι Σμιθ, καταγράφει ένα ασπρόμαυρο χρονικό της σκηνής του κλαμπ CBGB της Νέας Υόρκης, συμπεριλαμβάνοντας όλες τις πρώτες δονήσεις του αμερικανικού πανκ ρεύματος. Το «Βlank Generation» – τίτλος δανεικός από το σπουδαίο ομώνυμο άλμπουμ του Ρίτσαρντ Χελ (φωτό) – καταγράφει την ένταση, την αυθόρμητη ανάγκη για αυτοέκφραση και τη μανιώδη τάση για διαφοροποίηση που είχαν οι πρωτομάστορες του πανκ, μέσα από live υλικό των Blondie, Talking Heads, Television, Ramones, Heartbreakers – πριν ακόμη σχηματίσουν τον ήχο με τον οποίο ο καθένας θα κέρδιζε το δικό του κεφάλαιο στην ιστορία. Μ.Φ.

Δείτε ακόμη: The Punk Rock Movie (1978, Ντον Λετς), Night Lunch (1975, Αϊβαν Κραλ και Εϊμος Πο)

17: Χ: The Unheard Music / (1986) του Γ. Τ. Μόργκαν
Γυρίστηκε σε ένα διάστημα πέντε χρόνων με δανεικά μηχανήματα και μηδαμινά χρήματα χάρη στην επιμονή του δημιουργού του. Το σκηνοθετικό του ύφος ήταν ένα δονούμενο κολάζ από εικόνες και ήχους προορισμένο να συλλάβει κάτι από την ενέργεια και την κινητικότητα του συγκροτήματος που επικαλέστηκε. Το «Τhe Unheard Μusic» αποτέλεσε στην καρδιά του ένα βαθύτατα προσωπικό και ανεξάρτητο σχέδιο, ό,τι περίπου ήταν και η ίδια η μπάντα που για χρόνια απολάμβανε της εύνοιας των κριτικών, την ίδια ώρα που οι δισκογραφικές εταιρίες, οι ραδιοφωνικοί σταθμοί και η πλειοψηφία του κόσμου της είχε γυρισμένη την πλάτη. Η μουσική των Χ εξέφραζε μια σκληρή αστική δυσαρέσκεια, μια συσσωρευμένη οργή που έβρισκε τρόπους να εκφραστεί μέσα από βομβαστική μουσική, επιθετικά ατονικές συνθέσεις και αιχμηρή στιχουργική δουλειά. Στην ίδια περίπου λογική, το φιλμ προσπερνά τα μαγειρέματα του απλού μουσικού ντοκιμαντέρ για να συλλάβει το στίγμα μιας ολόκληρης εποχής, υπογράφοντας το αποκαλυπτικό πορτρέτο μιας σιωπηλά απελπισμένης γενιάς που βρήκε τρόπους να μετατρέψει το περιθώριο και τη συντριβή του Αμερικανικού Ονείρου σε μουσικό ιδίωμα και μελωδική κατάθεση. Λ.Κ.

Δείτε ακόμη: Mayor Of The Sunset Strip (2003, Τζορτζ Χικενλούπερ), Punks Not Dead (2007, Σούζαν Ντάινερ)

16: Jazz On Α Summer’s Day / 1960) των Αραν Αβάκιαν και Μπερτ Στερν
Στα 85 λεπτά που διαρκεί αυτή η καταγραφή του φεστιβάλ του Νιούπορτ του 1958, παρελαύνει ένα who is who της τότε τζαζ: Λούι Αρμστρονγκ, Θελόνιους Μονκ, Τσίκο Χάμιλτον, Τζέρι Μάλιγκαν, φωνάρες όπως η Ντάινα Γουάσινγκτον, η Μαχάλια Τζάκσον και η Ανίτα Ο Ντέι (στο ανατριχιαστικό comeback της) – ακόμη και η ηλεκτροφόρα κιθάρα του Τσακ Μπέρι. Κι όμως, αν κάτι χαρακτηρίζει το φιλμ, αυτό δεν είναι οι παρουσίες, αλλά οι απουσίες. Και δεν εννοούμε τις ερμηνείες της Ελα, της Μπίλι και του Μάιλς, που έμειναν εκτός σελιλόιντ, αλλά την πλοκή. Γιατί, σκοπός του φωτογράφου μόδας Μπερτ Στερν ήταν να χρησιμοποιήσει το φεστιβάλ ως φόντο για μια ερωτική ιστορία, στο πρότυπο του «Ορφέο Νέγκρο», το φάντασμα της οποίας υπάρχει παντού στην ταινία. Ν.Φ.

Δείτε ακόμη:
My Name Is Albert Ayler (2005, Κάσπερ Κόλιν), Anita Ο Day: The Life Of Α Jazz Singer (2007, Ρόμπι Καβολίνα και Ιαν Μακ Κράντεν)

15. Τhe Kids Are Alright / (1979) του Τζεφ Στάϊν
Το έλεγαν maximum r n b (καμία σχέση με το r n b των ημερών μας) και, όταν παρακολουθήσετε αυτό εδώ, θα καταλάβετε γιατί οι Who είναι απλά ένα μέγιστο συγκρότημα και γιατί ισχύει όλο και περισσότερο κάθε μέρα που περνά το γνωμικό «δεν τα φτιάχνουν όπως παλιά». Αρχειακό υλικό, αποσπάσματα από συναυλίες και συνεντεύξεις συνθέτουν ένα σπάνιο αποτέλεσμα το οποίο εξακολουθεί να μην εκτιμάται όπως του αρμόζει από την ευρύτερη ροκ κοινότητα, η οποία μερικές φορές προτιμά να κοιτάζει το δάχτυλο και όχι το φεγγάρι. Ο σκηνοθέτης Τζεφ Στάιν καταφέρνει μέσα σε 101 λεπτά να χωρέσει σχεδόν τα πάντα από το 1965 μέχρι και το 1978, έστω κι αν μερικές από τις καλύτερες εμφανίσεις του γκρουπ που είχαν αποτυπωθεί σε φιλμ είχαν καταστραφεί οριστικά, για λόγους που δεν μας ενδιαφέρει. Ο μύθος, πάντως, θέλει τον σκηνοθέτη να παίρνει το πράσινο φως από το συγκρότημα για την πραγματοποίηση της ταινίας, μετά την προβολή ενός δοκιμαστικού 17λεπτου. Μ.Κιλ.

Δείτε ακόμη: Amazing Journey: The Story of the Who (2007, Πολ Κράουντερ, Μάρεϊ Λέρνερ, Πάρις Πάτον)

14. Urgh!! Α Music War / (1982) του Ντέρεκ Μπούρμπιτζ
Το tagline τα έλεγε όλα: «Live it… Cause You Cant Stop Ιt». Οποιος μέχρι το 1982 δεν είχε καταλάβει ότι οι λέξεις «νέο κύμα» είχαν αποσυνδεθεί διά παντός από τις μπουάτ της Πλάκας και τη μπόσα νόβα του Τζομπίμ, δεν μπορούσε παρά να λογιστεί ως παράπλευρη απώλεια ενός μουσικού πολέμου που σάρωσε όλη την Ευρώπη: Police, Τόγια, Τζον Κούπερ Κλαρκ, Wall Of Voodoo, Devo, OMD, Chelsea, Echo & The Bunnymen, XTC, Κλάους Νόμι, Dead Kennedys, Steel Pulse, Magazine, Members, Au Pairs, Gang Of Four, UB 40, Cramps – όλοι αυτοί επί σκηνής κι από κοντά ένας νεαρός Ντάνι Ελφμαν πριν τη Χολιγουντιανή δόξα, ως μέλος των Oingo Boingo! Οι ελάχιστοι που το είδαν τότε στις μοναχικές εν Αθήναις προβολές, κοιτάζονταν μεταξύ τους, για να σιγουρευτούν ότι δεν ήταν οι μόνοι που είχαν αντιληφθεί τις μετασεισμικές δονήσεις του πανκ. Ο Γκάρι Νιούμαν στην αναπηρική καρέκλα έδινε το στίγμα και, παρόλο που τα έβλεπες όλα με καθυστέρηση δύο ετών, ένιωθες ότι… «ήσουν κι εσύ εκεί»! Σ.Λ.

Δείτε ακόμη: American Hardcore (2006, Πολ Ράχμαν), Jubilee (1977, Ντέρεκ Τζάρμαν)

13. Depeche Mode 101 / (1989) του Ντ. Α. Πένμπεϊκερ
Το συγκλονιστικό στο ντοκουμέντο αυτό δεν είναι μόνο η άρτια κινηματογράφησή του, η συμμετοχή επιλεγμένων θαυμαστών των Depeche Mode που περιοδεύουν στο λεωφορείο μαζί τους και το χρονικό του κλεισίματος της περιοδείας-μαμούθ τους στην Αμερική, με την εκατοστή πρώτη συναυλία τους στο στάδιο Pasadena Rose Bowl της Καλιφόρνια. Το πραγματικά εξαιρετικό είναι ότι ο Πένμπεϊκερ «συλλαμβάνει» με τον φακό του τη «μεγαλύτερη από τη ζωή» ένταση που ανέπτυξε το συγκρότημα με τις ΗΠΑ. Μπροστά σε 60.000 θεατές, οι Depeche Mode ολοκληρώνουν την περιοδεία για το άλμπουμ «Μusic For The Μasses» και σκιαγραφούνται ως ένα σούπερ γκρουπ σε επαφή με τους σκληροπυρηνικούς του φαν. Αριστοτεχνικά δουλεμένο με τις σεκάνς μεταξύ των live και των παρασκηνιακών σκηνών, το «101» είναι ένα υποδειγματικό ντοκουμέντο, όσο εξαιρετικό είναι και το άλμπουμ που προέκυψε από αυτό. Οι σκηνές στο «Stripped» και στο αποθεωτικό «Νever Let Me Down» είναι τίποτα λιγότερο από συγκινητικές. Μ.Φ.

Δείτε ακόμη: Dance Craze (1981, Τζο Μασό), Edgeplay: Α Film About The Runaways (2004, Βίκτορι Τίσλερ – Μπλου)

12. Μonterey Pop / (1968) του Ντ. Α. Πενμπέϊκερ
Μπορεί οι Who να τα σπάνε, μπορεί ο Τζίμι Χέντριξ να καίει την κιθάρα του, μπορεί οι Jefferson Airplane, Τζάνις Τζόπλιν και οι υπόλοιποι να είναι εξαιρετικοί, αλλά το μεγάλο αστέρι εδώ είναι ο Οτις Ρέντινγκ. Μπροστά σε ένα αμιγώς λευκό ακροατήριο που ενδέχεται και να μην ήξερε πολλά για τη soul μουσική, ο Ρέντινγκ απλά κλέβει την παράσταση, ίσως επειδή ξεχωρίζει σαν τη μύγα μες το γάλα από μουσικής πλευράς. Οι ανταποκρίσεις για την εμφάνισή του κάνουν τις παραπάνω γραμμές να δείχνουν μετριοπαθείς και πάλι καλά που υπήρχε εκεί το συνεργείο του γκουρού Πένμπεϊκερ για να περάσει ο Οτις στην αιωνιότητα, λίγο πριν τη μόνιμη μετάβασή του στους ουρανούς. Από τις περιπτώσεις που οι εκπρόσωποι της λευκής φυλής απλά παρακολουθούν ανίκανοι, ν αντιδράσουν. Μ.Κιλ.

Δείτε ακόμη: Festival Express (2003, Μπομπ Σμίτον και Φρανκ Τσβιτάνοβιτς), Jimmy Hendrix (1973, Τζο Μπόιντ, Τζον Χεντ, Γκάρι Βάις)

11. Metallica: Some Kind Of Monster / (2004) των Τζο Μπέρλινγκερ, Μπρους Σινόφσκι
Οσο κι αν το «Some Kind Of Μonster» ήρθε τελικά, εκ του αποτελέσματος, να εξωραϊσει έναν ήδη περιβαλλόμενο με ιερή λατρεία μύθο όπως αυτό των Metallica, η αλήθεια είναι ότι ήθελε κότσια για ένα χέβι μέταλ γκρουπ (διόρθωση: ΤΟ χέβι μέταλ γκρουπ) σε κρίση μέσης ηλικίας (και όχι μόνο) να βγάλει δίχως αναστολές τα άπλυτά του στη φόρα, χωρίς να το… χρωστάει κιόλας σε κανέναν. Συμπέρασμα: αυτοί που δεν λυγίζουν συχνά, σπάνε πιο εύκολα. Σ.Λ.

Δείτε ακόμη: This Is Spinal Tap (1984, Ρομπ Ράινερ), The Decline Of Western Civilization Part ΙΙ: The Metal Years (1988, Πενέλοπε Σφίρις)

10. Stop Making Sense / (1984) του Τζόναθαν Ντέμι
Πρωτοποριακό από πολλές απόψεις, το ντοκουμέντο που έκοψε και έραψε ο Ντέμι από μαγνητοσκοπημένο υλικό τριών συναυλιών των Talking Heads το 1983 (3 Αυγούστου, 2 Σεπτέμβρη, 3 Οκτώβρη σε Σαρατόγκα, Μπέρκλεϊ και Βερμόντ αντίστοιχα) καταγράφει ένα μεταμοντέρνο φανκ συγκρότημα επί σκηνής (με τη συνοδεία μελών των Brides Of Funkenstein, Parliament και Brothers Johnson) να προμοτάρει το άλμπουμ τους «Speaking In Τongues», αλλά και να συλλαμβάνει επί σκηνής τη γέννηση μιας ολόκληρης φανκ εμπειρίας. Ως η πρώτη ταινία στην οποία χρησιμοποιούνται ψηφιακές ηχητικές τεχνικές, το «Stop Making Sense» έχει μείνει στις μνήμες ως το απόλυτα εγκεφαλικό και ταυτόχρονα διονυσιακό θέαμα, με τον Ντέιβιντ Μπερν μέσα στο υπερμέγεθες κοστούμι του (επηρεασμένο από το θέατρο «Νο») να κάνει ερμηνείες που συνδυάζουν το σύνολο των θεαματικών τεχνών -από χορό μέχρι performance art! Υπάρχουν στιγμές όπως το «Οnce In Α Lifetime» και «Τake Me To The River» που απογειώνουν το μάτι και το αυτί. Μ.Φ.

Δείτε ακόμη: Sign Ο The Times (1987, Πρινς), Roots, Rock, Reggae (1977, Τέρενς Ντάκομπ)

09. Let’s Get Lost / 1988) Του Μπρους Γουέμπερ
Στα εξώφυλλα των δίσκων και τις φωτογραφίες που πετυχαίνει κανείς να κοσμούν συχνά τις γωνιές καπνισμένων τζαζ στεκιών, η φιγούρα του τρομπετίστα Τσετ Μπέικερ με το ελκυστικό παρουσιαστικό, το απαράμιλλα cool ύφος και μια κάποια υποψία θεσπέσιας μελαγχολίας μονίμως κρυμμένη πίσω από το βλέμμα του δεσπόζει ως πρότυπο όλων των beautiful losers αυτού του κόσμου και ως διαχρονικά ρομαντικός μύθος. Στην ταινία του φωτογράφου Μπρους Γουέμπερ, ο Τσετ Μπέικερ αφήνει το πάνθεον των λαμπρών αστέρων στο οποίο ανήκε και παίρνει τη θέση ενός τσακισμένου ειδώλου στη μακρά λεωφόρο των μεγάλων καταραμένων της μουσικής. Παύει πλέον να αποτελεί ένα poster boy της τζαζ και ξεγυμνώνεται ως ένας άνθρωπος ατελής και τρωτός που κινείται ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως, παλεύει με τους δαίμονές του και αποδέχεται καρτερικά τη σφοδρή πτώση του πλάι στα περασμένα μεγαλεία, που μόνο κάποιες διηγήσεις απομένουν πια να του θυμίζουν. Φωτογραφίζοντας τα πάντα μέσα σε εξπρεσιονιστικές ασπρόμαυρες αποχρώσεις, εναλλάσσοντας έξυπνα παρελθόν με παρόν και πολύτιμα πλάνα αρχείου με τωρινές συνεντεύξεις από οικείους του Μπέικερ όσο κι από τον ίδιο τον τρομπετίστα, το ντοκιμαντέρ του Γουέμπερ γίνεται ένα θλιμμένο πορτρέτο που κοιτάζει πίσω από τους μύθους της επιτυχίας, της νεότητας, της ομορφιάς. Και το μόνο που συναντά είναι στοιχειωμένοι άνθρωποι. Λ.Κ.

Δείτε ακόμη: Be Here To Love Me (2004, Μάργκαρετ Μπράουν), Α Night In Havana: Dizzy Gillespie In Cuba (1989,Τζον Χόλαντ)

08. Ziggy Stardust And The Spiders From Mars (/1973) του Ντ. Α. Πένμπεϊκερ
Η κινηματογράφηση της τελευταίας συναυλίας του (Ντέιβιντ Μπόουι ως) Ζίγκι Στάρνταστ και των Spiders From Mars στο Hammersmith του Λονδίνου, στις 3 Ιουλίου 1973, παραγγέλθηκε στον Πένμπεϊκερ από την RCA- τη δισκογραφική εταιρεία του τραγουδιστή, με σκοπό να κυκλοφορήσει και ένα ζωντανό άλμπουμ. Η συναυλία μαγνητοσκοπήθηκε αλλά ο κακός ήχος της δεν επέτρεψε παρά μόνο δέκα χρόνια αργότερα να κυκλοφορήσει το live άλμπουμ, μετά από την παρέμβαση του παραγωγού Τόνι Βισκόντι στην κονσόλα για να σώσει ό,τι μπορεί. Ντοκουμέντο που διαθέτει περισσότερο την αξία της καταγραφής ενός συμβολικού γεγονότος (ο θάνατος του Ζίγκι) και λιγότερο του καλλιτεχνικού επιτεύγματος, το «Ζiggy Stardust And The Spiders From Μars» (που θα βρείτε και με τον πιο άχαρο, εμπορικό τίτλο «Βowie 73 And The Spiders From Μars») καταγράφει το επί σκηνής φλερτ μεταξύ Μπόουι και Μικ Ρόνσον με τη θρυλική αλληλεπίδραση (όπως έχει αποτυπωθεί σε σοκαριστικές για την εποχή φωτογραφίες τους) και λιγότερο μια μπάντα που τα δίνει όλα. Ανάμεσα στα τραγούδια του αυθεντικού άλμπουμ «Ζiggy Stardust» ακούγονται και διασκευές όπως τα «White Light / White Ηeat» των Velvet Underground, «Lets Spend The Night Τogether» των Rolling Stones αλλά και το συμβολικό «Μy Death» του Ζακ Μπρελ. Μ.Φ.

Δείτε ακόμη: The Song Remains The Same (1976, Πίτερ Κλίφτον και Τζο Μασό), Shine Α Light (2008, Μάρτιν Σκορσέζε)

07. Τhe Filth And The Fury / (2000) του Τζούλιαν Τεμπλ
Ο Τζούλιαν Τεμπλ ήταν εκεί, ως σκηνοθέτης, όταν το «Τhe Great Rock n Roll Swindle» έβαζε το τελευταίο καρφί στο φέρετρο των Sex Pistols. Ηταν όμως και νωρίτερα εκεί, ως ακροατής, όταν το ίδιο το γκρουπ έγραφε ιστορία. Ηταν λοιπόν και ο πλέον κατάλληλος να καταγράψει την ψύχραιμη (;), αποστασιοποιημένη (;) και απαλλαγμένη (;) από μύθους και υπερβολές αποτίμηση ενός μουσικoκοινωνικού κυκλώνα που, είτε συγκυριακά, είτε νομοτελειακά, άλλαξε για πάντα τον τρόπο που ακούμε, ζούμε και αντιλαμβανόμαστε ένα τραγούδι διάρκειας κάτω των τεσσάρων λεπτών.Σ.Λ.

Δείτε ακόμη: The Great Rock n Roll Swindle (1980, Τζούλιαν Τεμπλ), Sid & Nancy (1986, Αλεξ Κοξ), Punk: Attitude (2005, Ντον Λετς)

06. Wattstax / (1973) του Μελ Στιούαρτ
Το «Wattstax» προωθήθηκε ως το «Woodstock» της μαύρης κοινότητας από τη διοργανώτρια δισκογραφική εταιρεία Stax Records και σκοπό είχε τον εορτασμό της έβδομης επετείου των ταραχών της πόλης Γουάτς, όταν οι μαύροι ξεσηκώθηκαν ενάντια στην καταπίεση και τις άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους. Πραγματικά, το μήνυμα της «μαύρης περηφάνιας» καταγράφηκε όπως ποτέ άλλοτε στην ταινία του Στιούαρτ που συνέλαβε τη μαραθώνια συναυλία της 20ης Αυγούστου 1972 στο Κολίζιουμ του Λος Αντζελες με μια επιλογή από κορυφαίους καλλιτέχνες όπως οι Dramatics, οι Bar Kays, οι Emotions, οι Staple Singers, η Κάρλα και ο Ρούφους Τόμας και φυσικά ο Αϊζακ Χέιζ. Η ταινία αναδίδει έναν σχεδόν θρησκευτικό χαρακτήρα (επιβεβαιώνοντας το πάθος της μαύρης κουλτούρας για την ταύτιση της αγάπης με τη θέωση) και στέκεται ως γερή αντίστιξη στην ιδέα ότι η σόουλ και το φανκ έχει να κάνει μόνο με τη Motown και την αστραφτερή εικόνα του μαύρου διασκεδαστή. Μ.Φ

Δείτε ακόμη: Isaac Hayes: Black Moses Of Soul (1973, Τσακ Τζόνσον), Standing In The Shadows Of Motown (2002, Πολ Τζάστμαν)

05. Τhe Last Waltz / (1978) του Μάρτιν Σκορσέζε
Τη Μέρα των Ευχαριστιών του 1976, στο «Winterland» του Σαν Φρανσίσκο, το συγκρότημα των Band αποφάσισε συνοδευόμενο από εκλεκτή λίστα καλεσμένων (Μπομπ Ντίλαν, Νιλ Γιανγκ, Βαν Μόρισον, Τζόνι Μίτσελ, Εμιλου Χάρις μεταξύ άλλων) να πει οριστικό αντίο στη μουσική που με θέρμη υποστήριζε στη διάρκεια της καριέρας του, αποχαιρετώντας ταυτόχρονα μια ολόκληρη εποχή. Το «Last Waltz» παραμένει η συγκινητική καταγραφή μιας αξέχαστης συναυλίας, με την οποία το παραδοσιακό αμερικανικό ροκ παραχωρούσε ευγενικά τη θέση του στο καινούργιο, αφήνοντας τη μουσική ως παρακαταθήκη για τις γενιές που θα ακολουθούσαν. Κι ενώ το όλο συναυλιακό γεγονός έδινε περισσότερο την αίσθηση μιας γιορτής παρά ενός επιταφίου, οι τελευταίες νότες του «Ι Shall Be Released» στέκουν μέχρι σήμερα για να θυμίζουν ότι εκείνη τη νύχτα, κάτι πολύ όμορφο χάθηκε για πάντα. Λ.Κ.

Δείτε ακόμη: Festival (1967, Μάρεϊ Λέρνερ), The Isle Of Wight Festival (1997, Μάρεϊ Λέρνερ)

04. Woodstock / (1970) του Μάϊκλ Γουάντλεϊ
Το αρχετυπικό φεστιβάλ της χίπικης αντι-κουλτούρας που δεν ξεπεράστηκε ποτέ, όσες προσπάθειες και αν έγιναν, έλαβε χώρα το τριήμερο 15 με 18 Αυγούστου στην πόλη Μπέθελ της Νέας Υόρκης και συγκέντρωσε 400.000 ανθρώπους που έσπευσαν να παρακολουθήσουν 32 ονόματα του ροκ.Το «Woodstock» (που επανακυκλοφόρησε το 1994 σε Directors Cut μορφή, συμπεριλαμβάνοντας εμφανίσεις από Τζάνις Τζόπλιν, Τζίμι Χέντριξ, Jefferson Airplane και Canned Heat που δεν είχαν περιληφθεί στο αρχικό μοντάζ) είναι ένα αξεπέραστο πολιτιστικό γεγονός για τη δύναμη της νεανικής κουλτούρας και, παρά το γεγονός ότι οι τέσσερις διοργανωτές του είχαν ως αρχικό κίνητρο ένα πετυχημένο εμπορικό εγχείρημα που θα πουλούσαν στην Warner για 100.000 δολλάρια, κατάφερε να σημαδέψει μια ολόκληρη εποχή και να γίνει έμβλημα μιας ουτοπίας που γίνεται πραγματικότητα. Η ταινία είναι εξαιρετική (πήρε Οσκαρ Καλύτερου Ντοκιμαντέρ) διότι πέρα από την ιστορική αξία της (ανεκτίμητες εμφανίσεις των κολοσσών του ροκ επί σκηνής) καταγράφει τη δόνηση του κοινού, την ψυχεδελική εμπειρία των παριστάμενων, την πραγματοποίηση ενός ονείρου περί αγάπης και συναδέλφωσης από μια περίοδο που η κοινωνία έμπαινε σε κρίση με τον πόλεμο και την πετρελαϊκή κρίση. Τίποτα δεν θα ήταν ίδιο μετά από το «Woodstock». Μ.Φ.

Δείτε ακόμη: Save The Children (1973, Σταν Λέιθαν), Fillmore (1972, Ρίτσαρντ Χέφρον)

03. Gimme Shelter / (1970) των Αλμπερτ Μέϊζλς, Ντέϊβιντ Μέϊζλς, Σάρλοτ Ζουέριν
Μια γκρίζα δεκεμβριανή μέρα του 69, σε έναν αυτοκινητόδρομο δυτικά του Σαν Φρανσίσκο, το ρομαντικό όραμα των sixties έπεφτε νεκρό από τις απανωτές μαχαιριές των μοτοσικλετιστών Hells Angels. Τέσσερις σχεδόν μήνες μετά το φεστιβάλ του Γούντστοκ, η δωρεάν συναυλία στο Αλταμοντ σημαδεύτηκε από την ανευθυνότητα της οργάνωσης και την εγκληματική αδιαφορία απέναντι στα ανησυχητικά μηνύματα που εξέπεμπε ένα ανεξέλεγκτο κοινό, για να καταλήξει- με το που έπεσε η νύχτα και στη σκηνή βγήκαν οι Rolling Stones- σε ένα όργιο συσσωρευμένης οργής και αδικαιολόγητης βίας που κατέληξε σε τρεις θανάτους και την άγρια δολοφονία ενός 18χρονου μαύρου αγοριού από μέλη των Angels. Σχεδόν οδυνηρό στην παρακολούθησή του, το «Gimme Shelter» μετέτρεψε τα αποτρόπαια συμβάντα που αποθανάτισε σε μια τραγική μαρτυρία για το οριστικό τέλος της αθωότητας και το βάφτισμα της Αμερικής σε μια σκοτεινή, αιμοβόρα νέα περίοδο. Ταυτόχρονα, όμως, απεύθυνε και μια αποστομωτική απάντηση στην αφελή αισιοδοξία του Γούντστοκ και της γενιάς των λουλουδιών: επιχείρησε να τοποθετήσεις μισό εκατομμύριο ανθρώπους στον ίδιο χώρο, και να είσαι σίγουρος ότι κάτι φρικτό θα συμβεί. Περισσότερο μια rock n roll ταινία τρόμου παρά μια απλή καταγραφή, το «Gimme Shelter» παραμένει μέχρι σήμερα το πιο συγκλονιστικό ντοκουμέντο που γέννησε ποτέ η μουσική ως ιδανική αντανάκλαση μιας εποχής, μιας κοινωνίας, ενός κόσμου ολόκληρου. Λ.Κ.

Δείτε ακόμη: My Generation (2000, Μπάρμπαρα Κοπλ), Sympathy For The Devil (1968, Ζαν Λικ Γκοντάρ)

02. Νo Direction Home / 2005) του Μάρτιν Σκορσέζε
Το έπος του Σκορσέζε σχετικά με τη σταδιοδρομία του Μπομπ Ντίλαν που από φολκ τραγουδιστής έγινε μυθική φιγούρα του ροκ, επικεντρώνεται στην πενταετία 1961 – 1966, από τη στιγμή που έφτασε στη Νέα Υόρκη μέχρι την εποχή που σταμάτησε να περιοδεύει μετά το ατύχημα με την μηχανή του. Ο Σκορσέζε μαζί με τη διεισδυτική ματιά του στο φαινόμενο Ντίλαν καταγράφει και τον αμερικανικό πολιτισμό σε μια σημαντική περίοδο όπου η ιστορία έκανε… υπερωρίες. Αρχειακό υλικό, σπάνια ντοκουμέντα της εποχής, αλλεπάλληλες συνεντεύξεις και χρονικά (από τον Αλεν Γκίνσμπεργκ μέχρι τον Αντι Γουόρχολ, οι πατέρες της αμερικανικής κουλτούρας δίνουν το παρών) συνθέτουν ένα παζλ εικόνων που ξεπερνάει τις τρεις ώρες αλλά παρακολουθείται με εξαιρετικό ενδιαφέρον, χάρη κυρίως στην απόλυτα συναισθηματική ματιά του σκηνοθέτη. Η γκάμα των αναφορών του Ντίλαν (Οντέτα, Τζόνι Κας, Τζόαν Μπαέζ, Γούντι Γκάθρι κ.λπ.) γίνονται ένα πρίσμα μέσα από το οποίο στοιχειοθετείται η ανάγκη αλλά και το αποτέλεσμα της εμβληματικής φιγούρας ενός ανθρώπου που από μόνος του έγινε η φωνή μιας ολόκληρης γενιάς. Ακόμα και αν δεν υπήρχε ο Ντίλαν, ο Σκορσέζε και ολόκληρη η καλλιτεχνική κοινότητα των 60s θα έπρεπε να εφεύρουν έναν. Μ.Φ.

01. Don,t Look Back / (1967) του Ντ. Α. Πενμπέϊκερ
Μπορεί και να ναι το καλύτερο μουσικό ντοκιμαντέρ που έχει γυριστεί ποτέ. Ο Ντίλαν στο απόγειο της δόξας του, σε άψογη φόρμα, επισκέπτεται τη Βρετανία για συναυλίες, συναντά τον Ντόνοβαν και άλλα εξέχοντα μέλη της βρετανικής σκηνής, τραγουδάει μαζί τους, μόνος του ή με την Μπαέζ, καπνίζει, σχολιάζει, ταξιδεύει με τρένο, τσαντίζεται, γελάει και σε ό,τι κάνει η κάμερα είναι εκεί για να το καταγράψει. Δυστυχώς για όλους μας δεν έγινε το ίδιο και λίγο καιρό αργότερα, όταν ο Ντίλαν επέστρεφε στη Βρετανία με ένα συγκρότημα τσαμπουκαλεμένων που ονομαζόταν Band και άλλαζε οριστικά και αμετάκλητα τη μουσική εισπράττοντας χαρακτηρισμούς όπως Ιούδας, γιατί τόλμησε να γίνει ηλεκτρικός (τόσα ήξεραν, τόσα έλεγαν βέβαια). Σκηνές ανθολογίας: η συνέντευξη με τον (δύστυχο) Χόρας Τζάντσον και η εισαγωγή με το Subterranean Homesick Blues (το πρώτο βιντεοκλίπ όλων των εποχών;). Μ.Κιλ.

Δείτε ακόμη: Mississippi Blues (1983, Μπερτράν Ταβερνιέ και Ρόμπερτ Πάρις), Supershow (1970, Τζον Κρομ)

Από τους Λουκά Κατσίκα, Μανώλη Κιλισμανή, Μανώλη Κρανάκη, Σπηλιο Λαμπρόπουλο, Μάρκο Φράγκο, Νίκο Κ. Φωτάκη

womenonly

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Συναφές: 

40 Blues Rock τραγούδια

Τα 500 σημαντικότερα τραγούδια όλων των εποχών

1 σχόλιοLeave a comment

%d bloggers like this: