Είναι η αγάπη τέχνη;

lovers


Είναι η αγάπη τέχνη; Αν είναι, χρειάζεται γνώση και προσπάθεια. Ή μήπως η αγάπη είναι ένα ευχάριστο συναίσθημα που κατά σύμπτωση το γνωρίζει κανείς, το «συναντά» αν είναι τυχερός;

Αυτό το μικρό βιβλίο* βασίζεται στην πρώτη αντίληψη, ενώ αναμφισβήτητα η πλειοψηφία των ανθρώπων πιστεύουν στη δεύτερη.

Όχι πώς οι άνθρωποι θεωρούν την αγάπη σαν κάτι ασήμαντο. Οι άνθρωποι διψούν γι’ αγάπη. Παρακολουθούν αναρίθμητα κινηματογραφικά φιλμ πού διηγούνται ευτυχισμένες ή αποτυχημένες ερωτικές ιστορίες. Ακούν εκατοντάδες ανόητα τραγούδια για την αγάπη. Παρόλα αυτά, σχεδόν κανείς τους δε σκέφτεται αν υπάρχει κάτι πού πρέπει να μάθει σχετικά με την αγάπη. Αυτή η περίεργη αντίληψη, βασίζεται σε ορισμένες υποθέσεις πού, ξεχωριστά ή συνδυασμένες, τείνουν να τη δικαιώσουν. Οι πιο πολλοί άνθρωποι βλέπουν το πρόβλημα της αγάπης πρωταρχικά σαν πρόβλημα τού πώς ν’ αγαπηθούν, και όχι τού πώς ν’ αγαπήσουν, πώς ν’ αναπτύξουν την ικανότητά τους γι’ αγάπη. Δηλαδή, εκείνο πού τούς απασχολεί είναι πώς να τούς αγαπήσουν οι άλλοι, πώς να γίνουν αξιαγάπητα πρόσωπα. Για να φτάσουν στο σκοπό αυτό ακολουθούν διάφορους τρόπους.

  • Ένας τρόπος, αυτός πού κυρίως ακολουθούν οι άντρες, είναι να πετύχουν, ν’ αποκτήσουν όση δύναμη και πλούτο μπορούν, στο βαθμό πού τούς επιτρέπουν τα κοινωνικά περιθώρια της θέσης τους.
  • O δεύτερος τρόπος, αυτός πού ιδιαίτερα ακολουθείται από τις γυναίκες, είναι να γίνουν ελκυστικές, με τη φροντίδα για το σώμα και το ντύσιμο.
  • Άλλοι τρόποι για να γίνει κανείς ελκυστικός, είτε άντρας είναι είτε γυναίκα, είναι η καλλιέργεια ωραίων τρόπων συμπεριφοράς, η ευχάριστη κι ενδιαφέρουσα ομιλία, η καλοσύνη, η μετριοφροσύνη, η πραότητα.

Πολλές από τις μεθόδους πού χρησιμοποιούμε για να γίνουμε αξιαγάπητοι, είναι οι ίδιες μ’ εκείνες πού χρησιμοποιούμε για να πετύχουμε στη ζωή, «για ν’ αποκτήσουμε φίλους και να επηρεάζουμε ανθρώπους». Πραγματικά για τούς περισσότερους ανθρώπους τού πολιτισμού μας, το να είναι κανείς αξιαγάπητος σημαίνει βασικά να συνδυάζει τη δημοτικότητα με την ερωτική έλξη.

Camille Pissarro - 1901 -Εραστές καθισμένοι στη σκιά του δέντρου

Camille Pissarro – 1901 -Εραστές καθισμένοι στη σκιά του δέντρου

Μια δεύτερη υπόθεση πού κρύβεται πίσω από τη σκέψη ότι δεν υπάρχει τίποτα πού να μπορεί κανείς να μάθει σχετικά με την αγάπη, είναι ότι η αγάπη αποτελεί πρόβλημα αντικειμένου κι όχι πρόβλημα ψυχικής ικανότητας. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι η αγάπη είναι κάτι εύκολο και ότι το δύσκολο είναι να βρουν το κατάλληλο άτομο πού θέλουν ν’ αγαπήσουν ή από το όποιο επιθυμούν ν’ αγαπηθούν. Οι αιτίες της αντίληψης αυτής έχουν τις ρίζες τους στην εξέλιξη της σύγχρονης κοινωνίας. Μια αίτια είναι η μεγάλη αλλαγή πού έφερε ο εικοστός αιώνας σχετικά με την εκλογή τού «ερωτικού αντικειμένου». Στη βικτωριανή εποχή, όπως και σε πολλούς άλλους παραδοσιακούς πολιτισμούς, ό έρωτας δεν ήταν μια αυθόρμητη προσωπική εμπειρία πού μπορούσε να οδηγήσει κατοπινά στο γάμο. Απεναντίας, ο γάμος συναπτόταν συμβατικά, είτε με τη μεσολάβηση ενός προξενητή, είτε με τη συνεννόηση των ενδιαφερομένων οικογενειών, ή και χωρίς τη βοήθεια των μεσολαβητών. Οι κοινωνικές συμβάσεις ήταν το θεμέλιο αυτής της συμφωνίας. Έπαιρναν σαν δεδομένο ότι η αγάπη θα ερχόταν μετά τη σύναψη τού γάμου. Στις τελευταίες γενιές, η αντίληψη της ρομαντικής αγάπης έγινε σχεδόν πάγκοινη στο δυτικό κόσμο. Στην ’Αμερική, ενώ δεν έλειψαν ακόμα ολοκληρωτικά οι συμβατικότητες, η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων γυρεύουν τη «ρομαντική αγάπη», την προσωπική εμπειρία της αγάπης πού θα έπρεπε κατόπι να οδηγήσει στο γάμο. Αυτή η νέα αντίληψη της ελευθερίας στην αγάπη μεγάλωσε τη σημασία τού αντικειμένου σε βάρος της λειτουργίας.

Στενά συνδεδεμένο με τον παράγοντα αυτό, υπάρχει ένα ακόμα χαρακτηριστικό γνώρισμα τού σύγχρονου πολιτισμού. Ολόκληρος ο πολιτισμός μας βασίζεται στην επιθυμία ν’ αγοράζουμε, στην ιδέα μιας αμοιβαία ωφέλιμης ανταλλαγής. Η ευτυχία τού σύγχρονου ανθρώπου βρίσκεται στη συγκίνηση πού τού δίνει η θέα της βιτρίνας και η απόκτηση όλων των πραγμάτων πού έχει τη δυνατότητα ν’ αγοράσει τοις μετρητοίς ή με δόσεις. Ο άντρας και η γυναίκα βλέπουν τούς άλλους ανθρώπους με παρόμοιο τρόπο. Για τον άντρα, μια ελκυστική νέα -και για τη νέα ένας ελκυστικός άντρας – είναι το βραβείο πού προσπαθεί να κατακτήσει. Η λέξη «ελκυστικός/ή» συνήθως σημαίνει ένα ωραίο δέμα από προσόντα πού έχουν ζήτηση και εκτίμηση στην αγορά της προσωπικότητας. Αυτό πού κάνει ένα άτομο ελκυστικό εξαρτιέται από τη μόδα της εποχής, τόσο στο σωματικό όσο και στο πνευματικό επίπεδο. Στη διάρκεια της δεκαετίας 1920-1930, ελκυστική ήταν η νέα πού έπινε και κάπνιζε, είχε σκληρούς τρόπους και ήταν σέξι. Σήμερα, η μόδα θέλει τα κορίτσια πιο σπιτικά και συνεσταλμένα. Στο τέλος τού περασμένου αιώνα και στις αρχές τού τωρινού, ό άντρας έπρεπε να είναι επιθετικός και φιλόδοξος — σήμερα οφείλει να είναι κοινωνικός και ανεκτικός – αν θέλει να θεωρείται ένα ελκυστικό δέμα. Εν πάση περιπτώσει, το ερωτικό συναίσθημα αναπτύσσεται σ’ ένα άτομο συνήθως μόνο σε σχέση μ’ εκείνα τα άτομα (ή ανθρώπινα προϊόντα) πού βρίσκονται μέσα στα όρια των δυνατοτήτων του για ανταλλαγή. Ψάχνω για την ευκαιρία. Το αντικείμενο θα πρέπει να είναι επιθυμητό από την άποψη της  κοινωνικής του αξίας και ταυτόχρονα να με θέλει αξιολογώντας τις φανερές και κρυφές αξίες και δυνατότητές μου. Δύο άτομα λοιπόν ερωτεύονται όταν νιώθουν ότι βρήκαν το καλύτερο διαθέσιμο αντικείμενο στην αγορά, παίρνοντας υπόψη τα όρια της δικής τους ανταλλακτικής άξιας. Συχνά, σ’ αυτού τού είδους το παζάρεμα, όπως και στο παζάρεμα για την αγορά ενός κτήματος, αξιόλογο ρόλο παίζουν οι κρυμμένες δυνατότητες πού μπορούν ν’ αξιοποιηθούν. Σ’ ένα πολιτισμό όπου επικρατεί το εμπορικό πνεύμα και η υλική επιτυχία θεωρείται σαν η σπουδαιότερη αξία, δεν είναι καθόλου παράξενο πού οι ερωτικές σχέσεις των ανθρώπων ακολουθούν το ίδιο υπόδειγμα ανταλλαγής πού κυριαρχεί στην αγορά εμπορεύματος και εργασίας.

Henri Martin- Οι εραστές

Henri Martin- Οι εραστές

Η τρίτη πλάνη πού οδηγεί στην αντίληψη ότι δεν υπάρχει τίποτε να μάθουμε για την αγάπη, βρίσκεται στη σύγχυση ανάμεσα στην αρχική εμπειρία τού ερωτικού συναισθήματος και στη διάρκειά του, ή όπως θα λέγαμε διαφορετικά, στο να είσαι μόνιμα ερωτευμένος. Αν δύο άνθρωποι άγνωστοι, ξένοι, όπως ξένοι είμαστε όλοι ανάμεσα μας, παραμερίσουν το φράγμα πού τούς χωρίζει και νιώσουν κοντά ο ένας στον άλλο, και νιώσουν ένα, αυτή η στιγμή της συνένωσης είναι μια στιγμή υπέρτατης αγαλλίασης, η δυνατότερη ίσως εμπειρία της ζωής τους. Ακόμα πιο δυνατή και θαυματουργή είναι η εμπειρία αύτη για τούς ανθρώπους εκείνους πού ήταν κλεισμένοι, απομονωμένοι και ζούσαν χωρίς αγάπη. Αυτό το θαύμα της ξαφνικής εξοικείωσης συχνά διευκολύνεται, αν αρχίσει ή συνδυαστεί με τη σεξουαλική έλξη και συνένωση. ‘Ωστόσο, αύτη η μορφή της αγάπης είναι από την ίδια της τη φύση χωρίς διάρκεια. Τα δύο πρόσωπα γνωρίζονται όλο και περισσότερο, η οικειότητά τους χάνει όλο και πιο πολύ το μυστηριακό της χαρακτήρα, ωσότου ό ανταγωνισμός τους, οι απογοητεύσεις τους κι η αμοιβαία τους πλήξη σκοτώνουν οτιδήποτε απέμεινε από την αρχική συγκίνηση. ‘Ωστόσο, στην αρχή δεν ξέρουν τίποτε απ’ όλα’ αυτά. Πράγματι, παίρνουν την ένταση της αμοιβαίας λατρείας τους και της «τρέλας» πού νιώθει ό ένας για τον άλλο σαν απόδειξη της μεγάλης τους αγάπης, ενώ αυτό ίσως αποδείχνει μόνο το βαθμό της προηγούμενης μοναξιάς τους και τίποτε παραπάνω.


Αυτή η αντίληψη — ότι τίποτε δεν είναι πιο εύκολο από το ν’ αγαπάς – εξακολουθεί να είναι η πιο διαδομένη παρά την αφθονία των αποδείξεων για το αντίθετο. Σχεδόν καμιά προσπάθεια, κανένα έργο δεν αρχίζει με τόσο μεγάλες ελπίδες και προσδοκίες όπως αρχίζει η αγάπη, κι ωστόσο τίποτε δεν επιτυχαίνει τόσο συχνά όσο αυτή. Αν αυτό συνέβαινε με οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα, οι άνθρωποι θα ήταν περισσότερο πρόθυμοι να εξετάσουν τούς λόγους της αποτυχίας αυτής και να μάθουν πώς θα μπορούσαν να ενεργήσουν καλύτερα. Ή θα εγκατέλειπαν τη δραστηριότητα αυτή. Και αφού, στην περίπτωση της αγάπης, αυτό είναι αδύνατο, μόνο ένας δρόμος υπάρχει για το ξεπέρασμα της αποτυχίας: να εξετάσουμε τούς λόγους της αποτυχίας αυτής και να προχωρήσουμε στην έρευνα της έννοιας της αγάπης.

Το πρώτο βήμα είναι να καταλάβουμε ότι η αγάπη είναι μια τέχνη, ακριβώς όπως μια τέχνη είναι και η ίδια η ζωή. Αν θέλουμε να μάθουμε πώς ν’ αγαπάμε, πρέπει να προχωρήσουμε με τον ίδιο τρόπο πού προχωρούμε όταν θέλουμε να μάθουμε μια οποιαδήποτε άλλη τέχνη, π.χ. μουσική, ζωγραφική, ξυλουργική ή την επιστήμη της ιατρικής και της μηχανικής.

Miriam Schapiro - 1991

Miriam Schapiro – 1991

Ποια είναι τα απαραίτητα στάδια στην εκμάθηση μιας οποιασδήποτε τέχνης;

Η διαδικασία της εκμάθησης μιας τέχνης μπορεί άπλα να διαιρεθεί σε δύο μέρη: Το πρώτο είναι η εκμάθηση της θεωρίας και το δεύτερο η εκμάθηση της πρακτικής. Αν θέλω να μάθω την επιστήμη της ιατρικής, πρέπει πρώτ’ άπ’ όλα να μάθω τα βασικά στοιχεία για το ανθρώπινο σώμα και για τις διάφορες αρρώστιες.

Αλλά κι όταν αποκτήσω όλη αυτή τη γνώση, πάλι δε θα είμαι ικανός στην τέχνη της ιατρικής. Μόνο έπειτα από μακριά πρακτική εξάσκηση θα είμαι κύριος της τέχνης, μόνο όταν η θεωρητική γνώση και η πείρα της πρακτικής θα έχουν συγχωνευτεί σ’ ένα πράγμα – στη διαίσθησή μου, πού αποτελεί την ουσία της κατοχής μιας τέχνης. Άλλ’ εκτός από τη γνώση της θεωρίας και της πρακτικής, ένας τρίτος παράγοντας είναι αναγκαίος για την κατάκτηση κάθε τέχνης -ή υπέρτατη σημασία πού δίνουμε στην τέχνη αυτή. Τίποτε’ άλλο στον κόσμο δεν πρέπει να είναι πιο σημαντικό από την τέχνη πού μάς ενδιαφέρει. Αυτό ισχύει για τη μουσική, την ιατρική, την ξυλουργική -και για την αγάπη. Κι ίσως εδώ να βρίσκεται η απάντηση στο ερώτημα: γιατί οι άνθρωποι τού πολιτισμού μας προσπαθούν τόσο σπάνια να μάθουν αυτή την τέχνη στο πείσμα των ολοφάνερων αποτυχιών τους; Παρόλο πού η λαχτάρα γι’ αγάπη είναι τόσο βαθιά ριζωμένη, σχεδόν όλα τ’ άλλα φαίνονται να είναι πιο σημαντικά από την αγάπη: επιτυχία, γόητρο, χρήματα, δύναμη. Όλη μας σχεδόν η ενεργητικότητα χρησιμοποιείται για να μάθουμε πώς να πετύχουμε σ’ αυτούς τούς σκοπούς. Και σχεδόν καθόλου για να μάθουμε την τέχνη της αγάπης.

Θα θεωρήσουμε λοιπόν αξιόλογα και θα μάθουμε μόνο εκείνα τα πράγματα πού μπορούν να μάς φέρουν χρήματα ή γόητρο; Και η αγάπη πού πλουτίζει «μόνο» την ψυχή, άλλα δε φέρνει κανένα άλλο κέρδος, όπως το εννοούν σήμερα, είναι μια πολυτέλεια για την όποια δεν έχουμε το δικαίωμα να ξοδέψουμε αρκετή ενεργητικότητα; Όπως κι αν είναι, η έρευνα πού ακολουθεί θα εξετάσει την τέχνη της αγάπης σύμφωνα με τη διαίρεση πού αναφέραμε. Στην αρχή θα μιλήσω για τη θεωρία της αγάπης, πράγμα πού θ’ απασχολήσει το μεγαλύτερο μέρος τού βιβλίου. Κατόπιν θα μιλήσω για την πρακτική της αγάπης, στο μικρό βαθμό πού μπορεί να μιλά κανείς για την εφαρμογή της τέχνης αυτής, όπως και κάθε άλλης τέχνης.

__________

     ~ * Αποσπάσματα από το βιβλίο του Έριχ Φρομ, Η Τέχνη της Αγάπης, εκδόσεις Μπουκουμάνης.

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

Συναφές: 

Αγάπη με βάση το έχει ή το είναι;

Φρομ: Η Τέχνη της Αγάπης

Η αγάπη μόνη απάντηση στο πρόβλημα της ανθρώπινης ύπαρξης