Άνθρωπος καταζητείται

anamarkbas1-thumb-large

Τα κινητά μας στο αθόρυβο, τα βλέμματα μας σχεδόν δεν ανταμώνουν. Είμαστε κλεισμένοι σ’ αυτή την αφιλόξενη υπόγα και περιμένουμε. Δεν ξέρω τι, αλλά περιμένουμε. Η άμυνα του περίμενε. Ήμασταν δυό, ήρθανε τρεις, γίναμε χίλιοι δεκατρείς να αναρωτιόμαστε πόσο ακόμα θα χρειαστεί να περιμένουμε.


Ώρα μπαίνει ώρα βγαίνει και οι μέρες περνάνε. Λιγοστεύει το οξυγόνο. Το νιώθουμε. Μερικοί πακιστανοί, δυο τρεις αλβανοί, μαύροι με τους σάκους γεμάτους σιντί κι άλλοι λαθρομετανάστες αλαλάζουν σε διάφορες γλώσσες. Δεν καταλαβαίνουμε οι υπόλοιποι που είμαστε ντόπιοι. Κάποιες κυρίες της παρέας κάπου κάπου δέχονται να κάνουν τις μεταφράστριες. Η Ελευθερία, η Δημοκρατία, η Παιδεία, η Ελπίδα, η Τέχνη και η Επιστήμη.

Αυτές είχαν φτάσει εδώ από τις πρώτες, μαζί με κάτι μουσουλμάνους που είχαν στήσει ένα αυτοσχέδιο τζαμί για να προσεύχονται. Δεν έχω καταλάβει ακριβώς γιατί ήρθαν και όταν ρώτησα κάποιον τυχαία, μου απάντησε με χιούμορ “Γιατί λες μωρή κουλή να τις ψάχνουν; Για τέιον δεσποινίδων; Καταζητούμενες είναι οι ρουφιάνες”. Καταζητούμενες… Δηλαδή όλοι εμείς εδώ καταζητούμαστε και για ποιο λόγο; Νόμιζα τόσο καιρό ότι περιμένουμε κάτι, κάποιον αλλά αργεί πολύ ακόμα. Με μια φράση μου γκρέμισε την ύπαρξη. Κατέρρευσα, αμέσως.

“Καλέ φέρτε λίγο νερό γιατί τα παίξε η απορημένη”. Άκουγα μια φωνή απ΄ το υπερπέραν να φωνάζει υστερικά. Κι αφού με συνέφεραν άρχισα να τους παρατηρώ έναν προς έναν. Πρόσωπα γνώριμα, οικεία, κάποιους απ΄ αυτούς τους είχα ξαναδεί σχεδόν τους ήξερα. Στον δρόμο, στο μανάβικο, στο λεωφορείο, στην ουρά στην τράπεζα, στο σινεμά. Γείτονες, περαστικοί, γνωστοί και φίλοι. Ακόμα και τις κυρίες με τα περίεργα ονόματα Ελευθερία, Δημοκρατία, Παιδεία, Ελπίδα, Τέχνη, Επιστήμη τις γνώριζα κάποτε κι αυτές.

giannell-thumb-large

Το όνομα μου είναι Άνθρωπος και βρέθηκα παρέα με άλλους τόσους σ΄ ένα στριμόκωλο υπόγειο, στα μουγκά να περιμένουμε να δούμε το φως. Χωρίς αμφιβολία, μας κλέψαν την ζωή, μας κυνήγησαν, μας εξαθλίωσαν και μας ανάγκασαν να κρυφτούμε. Ονομάζομαι Άνθρωπος και σήμερα κατάλαβα ότι καταζητούμαι. Ο λόγος που με οδήγησε σαν ποντίκι στην τρύπα είναι ότι σαν εξ αίματος συγγενείς με τις προαναφερθείσες κυρίες έμαθα να σέβομαι και να συνυπάρχω με τους γύρω μου. Με λένε Άνθρωπο ο οποίος ξέρει να διακρίνει την ομορφιά της ψυχής των ανθρώπων, χωρίς να φακελώνει τις προτιμήσεις τις επιλογές και τα όποια γούστα τους. Είμαι Άνθρωπος που θέλει να διαφωνεί, να συμφωνεί, να ακούει, να ακούγεται, να σκέφτεται, να προσεύχεται, να αισθάνεται, να ονειρεύεται, να υπάρχει για να ζει.

Ο Άνθρωπος χωρίς οξυγόνο, χωρίς αλληλεγγύη και συλλογικότητα, χωρίς ερεθίσματα και γνώση, χωρίς οράματα και στόχους, χωρίς δημιουργικότητα και πνεύμα, χωρίς προοδευτικότητα και ανάπτυξη, είναι μισός. Μισοί άνθρωποι είναι αυτοί που με γνώμονα το Μίσος κυνηγάνε την εξέλιξη. Οι φουσκωτοί παλικαράδες του πάνω από το υπόγειο κόσμου, οι οποίοι μανιωδώς μας κυνηγάνε. Καταζητούμαστε όλοι μαζί κι ο καθένας ξεχωριστά. Γιατί έτσι είναι ο φασισμός, μίσος, κυνηγητό, βία και φίμωμα.

Αν πάλι έχει μείνει κάποιος εκεί έξω που να μπορεί ακόμα να μας ακούσει καθώς ψάχνει στις άδειες του τσέπες τη ζωή, ας πάρει σβάρνα τα υπόγεια να μας βρει. Ίσως είναι αυτός που περιμένουμε και δεν έχει φανεί ακόμα….

____

  της Νίκης Μαρκάκη

  protagon.gr

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Συναφές: 

…εν-τάσεις

Κάνω την δουλειά μου! 

Προσωπική αξία και κοινωνική ανισότητα 

Η ιντελιγκέντσια της κρίσης  

Η Γενιά του Εγώ

6 CommentsLeave a comment

  • Από τα ωραιότερα κείμενα που έχω διαβάσει στο Διαδίκτυο, εδώ και αρκετό καιρό… Έχουμε… μπαφιάσει από ψυλομύτες ξινισμένους “επαΐοντες” που κράζουν ή σαρκάζουν τα πάντα με μονίμως υψωμένο φρύδι, γεμάτοι τίτλους, υψηλές ιδιότητες και αυταρέσκεια μέχρι τη σελήνη … Και όταν διαβάζεις πλέον – όλο και σπανιότερα – δυο γραμμές ανθρωπιάς και ευαισθησίας, τότε η χαρά και η παρηγοριά είναι πολύ γλυκές… Σας ευχαριστούμε κυρία Μαρκάκη για το γραπτό σας… (αν μου επιτρέπεται ένα κριτικό σχόλιο, στο κείμενό σας υφέρπουν, ή συγκατοικούν, μακρινές φωνές από τον Ρινόκερο του Ιονέσκο, την καφκική Δίκη αλλά και το πικρό, ανθρώπινο χιούμορ του “Γκοντό”…
    Εις το επανιδείν,
    Σπύρος.