Paulo Coelho – Έκτο κεφάλαιο

$T2eC16J,!y8E9s2figOUBRUg)7Epjw~~60_35


      Λούκας Γιέσεν-Πίτερσεν, 32 ετών, μηχανικός, πρώην σύζυγος

Η ΑΘΗΝA HΞΕΡΕ ότι ήταν υιοθετημένη όταν την πρωτογνώρισα. Ήταν δεκαεννιά χρονών και έτοιμη να στήσει καβγά στην καφετέρια του πανεπιστημίου, γιατί κάποια φοιτήτρια, θεωρώντας την Αγγλίδα (λευκή, ίσια μαλλιά, μάτια πότε πράσινα, πότε γκρι), είχε κάνει ένα αρνητικό σχόλιο για τη Μέση Ανατολή.

Ήταν η πρώτη μέρα των μαθημάτων• η τάξη ήταν καινούρια, κανείς δεν ήξερε τίποτα για τους συμφοιτητές του. Όμως η κοπέλα σηκώθηκε, έπιασε την άλλη από το γιακά και άρχισε να ουρλιάζει σαν τρελή:

«Ρατσίστρια!»

Είδα το τρομοκρατημένο βλέμμα της άλλης κοπέλας, τα ενθουσιώδη βλέμματα των υπόλοιπων φοιτητών, που διψούσαν να δουν τι θα γίνει. Mια και δεν ήμουν πρωτοετής, πρόβλεψα αμέσως τις συνέπειες: γραφείο του πρύτανη, παράπονα, πιθανότητα αποβολής, αστυνομική έρευνα για ρατσισμό κ.λπ. Όλοι θα έχαναν.

«Σκάσε!» φώναξα, χωρίς να ξέρω τι έλεγα.

Δεν ήξερα καμιά από τις δύο. Δεν είμαι ο σωτήρας του κόσμου και, για να πούμε την αλήθεια, ένας καβγάς πότε πότε έχει ενδιαφέρον για τους νέους. Aλλά δεν μπόρεσα να συγκρατήσω την κραυγή ούτε να ελέγξω την αντίδρασή μου.

shutterstock_126036749

«Σταμάτα!» ξαναφώναξα στην όμορφη κοπέλα που είχε πιάσει την άλλη, επίσης όμορφη κοπέλα από το λαιμό. Με κοίταξε και με κατακεραύνωσε με το βλέμμα. Και, ξαφνικά, κάτι άλλαξε. Χαμογέλασε• αν και τα χέρια της ήταν ακόμα στο λαιμό της συμφοιτήτριάς της.


«Ξέχασες να πεις “Σε παρακαλώ”». Όλοι γέλασαν.

«Σταμάτα», της ζήτησα. «Σε παρακαλώ».

Άφησε την κοπέλα και κατευθύνθηκε προς το μέρος μου.

«Έχεις τρόπους. Μήπως έχεις και κανένα τσιγάρο;»

Της έτεινα το πακέτο μου και πήγαμε να καπνίσουμε έξω.

Είχε περάσει από την κατάσταση ανεξέλεγκτης οργής στην απόλυτη ηρεμία και λίγα λεπτά αργότερα γελούσε, μιλούσε για τον καιρό, με ρωτούσε τι μουσική ακούω. Xτύπησε το κουδούνι που μας ειδοποιούσε για το μάθημα και αγνόησα επιδεικτικά αυτό για το οποίο είχα εκπαιδευτεί όλη μου τη ζωή: να έχω πειθαρχία. Έμεινα εκεί να συζητάω, λες και δεν υπήρχαν πια πανεπιστήμιο, καβγάδες, καντίνες, αέρας, κρύο, ήλιος. Υπήρχε μόνο η γυναίκα με τα γκρίζα μάτια που είχα μπροστά μου, που έλεγε πράγματα εντελώς αδιάφορα και ασήμαντα, ικανά να με κρατήσουν εκεί όλη μου τη ζωή.

Δύο ώρες αργότερα τρώγαμε μεσημεριανό παρέα. Εφτά ώρες αργότερα ήμασταν σε ένα μπαρ, τρώγοντας και πίνοντας ό,τι μας επέτρεπε η τσέπη μας να φάμε και να πιούμε. Η συζήτηση γινόταν ολοένα και πιο ουσιαστική και σε λίγο ήξερα τα πάντα για τη ζωή της – η Αθηνά μού μιλούσε με λεπτομέρειες για τα παιδικά της χρόνια και για την εφηβεία της χωρίς εγώ να την έχω ρωτήσει κάτι. Στη συνέχεια έμαθα ότι το ίδιο έκανε με όλους• ωστόσο εκείνη τη μέρα ένιωθα ο πιο ξεχωριστός άνθρωπος σ’ όλη τη γη.

Είχε έρθει στο Λονδίνο ως πρόσφυγας του εμφυλίου που είχε ξεσπάσει στον Λίβανο. Ο πατέρας της, χριστιανός μαρωνίτης (Σ.τ.Σ.: κλάδος της Καθολικής Εκκλησίας ο οποίος, αν και αναγνωρίζει το Βατικανό, δεν απαιτεί την αγαμία των ιερέων και χρησιμοποιεί τελετουργίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας), είχε δεχτεί απειλές κατά της ζωής του επειδή δούλευε για την κυβέρνηση, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν αποφάσιζε να εγκαταλείψει τη χώρα, μέχρι που η Αθηνά, έχοντας κρυφακούσει μια τηλεφωνική συνομιλία, αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να μεγαλώσει και να αναλάβει τις ευθύνες της ως κόρη προστατεύοντας αυτούς που αγαπούσε.

Eπιχείρησε ένα είδος χορού, προσποιήθηκε ότι είχε πέσει σε έκσταση (τα είχε μάθει όλα αυτά στο σχολείο, όταν μελετούσε τους βίους των αγίων) και άρχισε να λέει διάφορα. Δεν ξέρω πώς γίνεται ένα παιδί να κάνει τους μεγάλους να παίρνουν αποφάσεις βασισμένες στα λόγια του, αλλά η Αθηνά με διαβεβαίωσε ότι ακριβώς έτσι είχε γίνει• ο πατέρας της ήταν προληπτικός. Ήταν βέβαιη ότι είχε σώσει τη ζωή της οικογένειάς της.

Ήρθαν εδώ ως πρόσφυγες, αλλά όχι ως ζητιάνοι. Η λιβανική κοινότητα ήταν εξαπλωμένη σ’ όλο τον κόσμο, ο πατέρας της βρήκε αμέσως τρόπο να συνεχίσει τις επαγγελματικές του δραστηριότητες και η ζωή συνεχίστηκε. Η Αθηνά πήγε σε καλά σχολεία, έκανε μαθήματα χορού –που ήταν το πάθος της– και επέλεξε να σπουδάσει μηχανικός αμέσως μόλις ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Όταν πια είχε περάσει καιρός από τότε που είχαν έρθει στο Λονδίνο, οι γονείς της την πήγαν σε ένα από τα πιο ακριβά εστιατόρια της πόλης και της είπαν ότι ήταν υιοθετημένη. Εκείνη παρέστησε την έκπληκτη, τους αγκάλιασε και τους είπε ότι τίποτα δε θα άλλαζε τη σχέση τους.

Στην πραγματικότητα όμως, ένας οικογενειακός φίλος, σε μια στιγμή μίσους, της είχε πει: «Aχάριστο ορφανό, δεν είσαι καν φυσικό τους παιδί και δεν ξέρεις πώς να φερθείς».

Εκείνη του είχε πετάξει ένα σταχτοδοχείο που τον τραυμάτισε στο πρόσωπο, είχε κλάψει κρυφά για δύο μέρες, σύντομα όμως είχε συμφιλιωθεί με το γεγονός. Ο εν λόγω φίλος απέκτησε ένα σημάδι στο πρόσωπο που δεν ήξερε πώς να το αιτιολογήσει και άρχισε να λέει ότι του είχαν επιτεθεί στο δρόμο.

shutterstock_66092941

Την κάλεσα να βγούμε την επόμενη μέρα. Μου είπε χωρίς περιστροφές ότι ήταν παρθένα, ότι τις Κυριακές πήγαινε στην εκκλησία και ότι δεν την ενδιέφεραν τα ρομάντζα – την απασχολούσε περισσότερο να διαβάζει ό,τι μπορούσε για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή.

Με λίγα λόγια, ήταν απασχολημένη. Πολύ απασχολημένη.

«Ο κόσμος νομίζει ότι το μόνο όνειρο μιας γυναίκας είναι να παντρευτεί και να κάνει παιδιά. Κι εσύ νομίζεις, απ’ όλα όσα σου αφηγήθηκα, ότι έχω υποφέρει πολύ στη ζωή μου. Δεν είναι αλήθεια, και το έχω ξαναδεί αυτό το έργο: κι άλλοι άντρες με έχουν πλησιάσει θέλοντας να με “προστατεύσουν” από τις τραγωδίες.

»Αυτό που ξεχνούν είναι ότι, ήδη από την αρχαία Ελλάδα, οι άνθρωποι που επέστρεφαν από τις μάχες επέστρεφαν είτε νεκροί, πάνω στις ασπίδες τους, είτε πιο δυνατοί, με τις ουλές τους. Για να σ’ το πω πιο καθαρά, είμαι στο πεδίο της μάχης από τότε που γεννήθηκα, είμαι ακόμα ζωντανή και δεν έχω ανάγκη κανέναν να με προστατεύσει».

Έκανε μια παύση.

«Είδες πόσο καλλιεργημένη είμαι;»

«Πολύ καλλιεργημένη, όταν όμως επιτίθεσαι σε κάποια πιο αδύναμη από εσένα, υπονοείς με τον τρόπο σου ότι πράγματι χρειάζεσαι προστασία. Θα μπορούσες να είχες καταστρέψει την πορεία σου ως φοιτήτρια».

«Έχεις δίκιο. Δέχομαι λοιπόν την πρόσκλησή σου».

Από εκείνη τη μέρα αρχίσαμε να βγαίνουμε συχνά και όσο πιο πολύ την πλησίαζα τόσο περισσότερο ανακάλυπτα το φως μου – γιατί με παρότρυνε να δίνω πάντα τον καλύτερο εαυτό μου. Δεν είχε διαβάσει ποτέ κανένα βιβλίο για μαγεία ή εσωτερισμό• έλεγε ότι ήταν πράγματα του διαβόλου, ότι η μόνη σωτηρία ήταν ο Ιησούς, τελεία και παύλα. Πότε πότε έλεγε πράγματα που δε φαίνονταν να συμβαδίζουν με τις διδαχές της Εκκλησίας:

«Ο Χριστός ήταν περιτριγυρισμένος από ζητιάνους, πόρνες, τελώνες, ψαράδες. Πιστεύω ότι μ’ αυτό τον τρόπο ήθελε να δείξει ότι η θεία σπίθα βρίσκεται στην ψυχή όλων, δε σβήνει ποτέ. Όταν ηρεμώ, ή όταν είμαι πολύ ταραγμένη, νιώθω πως πάλλομαι μαζί με το σύμπαν ολόκληρο, κι αρχίζω να γνωρίζω πράγματα που δε γνώριζα, λες και ο Θεός ο
ίδιος οδηγεί τα βήματά μου. Υπάρχουν ώρες που νιώθω ότι μου αποκαλύπτονται όλα».

Κι αμέσως διόρθωνε τον εαυτό της:

«Αυτό είναι λάθος».

Η Αθηνά πάντα ζούσε ανάμεσα σε δύο κόσμους: σε αυτόν που ένιωθε αληθινό και σε αυτόν που της είχαν διδάξει μέσω της πίστης της.

Μια μέρα, μετά από σχεδόν ένα ολόκληρο εξάμηνο εξισώσεων, υπολογισμών και στατικών μελετών, είπε ότι θα παρατούσε τη σχολή.

«Μα δε μου το έχεις ξαναπεί ποτέ αυτό!»

«Φοβόμουν να το συζητήσω και με τον ίδιο μου τον εαυτό. Σήμερα όμως πήγα στην κομμώτριά μου. Δούλευε μέρα νύχτα για να μπορέσει η κόρη της να τελειώσει τη σχολή κοινωνιολογίας. Η κοπέλα κατάφερε εντέλει να πάρει το πτυχίο της και, αφού χτύπησε πολλές πόρτες, μπόρεσε τελικά να βρει δουλειά ως γραμματέας σε μια τσιμεντοβιομηχανία. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι σήμερα η κομμώτριά μου όλο λέει, γεμάτη περηφάνια: “H κόρη μου έχει πτυχίο”.

»Οι περισσότεροι φίλοι των γονιών μου, καθώς και τα παιδιά τους, έχουν πτυχίο. Αυτό δε σημαίνει ότι έχουν κα ταφέρει να κάνουν τη δουλειά που επιθυμούσαν – το αντίθετο μάλιστα, μπήκαν και βγήκαν από ένα πανεπιστήμιο επειδή κάποιος, την εποχή που τα πανεπιστήμια θεωρούνταν σημαντικά, είπε ότι για να ανέβει κάποιος στη ζωή του πρέπει να έχει πτυχίο. Έτσι, ο κόσμος σταμάτησε να έχει εξαιρετικούς κηπουρούς, αρτοποιούς, παλαιοπώλες, χτίστες, συγγραφείς».

Της ζήτησα να το σκεφτεί περισσότερο πριν πάρει μια τόσο ριζική απόφαση. Εκείνη όμως μου απάγγειλε μερικούς στίχους του Aμερικανού ποιητή Ρόμπερτ Φροστ:

«Μπροστά μου ανοίγονταν δύο δρόμοι Εγώ διάλεξα αυτόν που είχε περπατηθεί λιγότερο Κι αυτή ήταν η διαφορά».

Την άλλη μέρα δεν ήρθε στα μαθήματα. Την επόμενη φορά που συναντηθήκαμε τη ρώτησα τι
σκόπευε να κάνει.

«Να παντρευτώ. Και να κάνω παιδί».

Δεν ήταν τελεσίγραφο. Εγώ ήμουν είκοσι χρονών, εκείνη δεκαεννιά, και πίστευα ότι ήταν πολύ νωρίς ακόμα για τέτοιας φύσης δέσμευση.

Η Αθηνά όμως μιλούσε πάρα πολύ σοβαρά. Κι εγώ έπρεπε να επιλέξω μεταξύ του να χάσω το μόνο πράγμα που είχα στο μυαλό μου –την αγάπη μου για εκείνη τη γυναίκα ή την ελευθερία μου και όλες τις επιλογές που μου πρόσφερε το μέλλον.

Ειλικρινά, η απόφαση δεν ήταν καθόλου δύσκολη.

Paulo Coelho

51MR42f5i6L._SL500_AA300_

Απόσπασμα από το βιβλίο “Manuscript Found in Accra” 

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

Συναφές: 

Γιατί να το κάνεις ;

Διδακτική ιστορία: “Μια αγελάδα μια φορά…”

Η φυλακή των λανθασμένων πεποιθήσεων

Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας

Το αετόπουλο στο κοτέτσι

Ο επιχειρηματίας και ο ψαράς

Πάρτε πίσω τη ζωή σας σε 10 βήματα

Αισιόδοξοι εναντίον απαισιόδοξων: Ποιος έχει δίκιο;

2 CommentsLeave a comment