Manu Chao- Ο διεθνιστής τροβαδούρος της ελευθερίας

Είναι μερικοί άνθρωποι που γεννιούνται με πεπρωμένο να αλλάξουν τα πράγματα – έστω κι αν αυτό είναι κάτι που το κατορθώνουν μέσω της μουσικής τους. Αυτή είναι η περίπτωση του Manu Chao.  

Γεννήθηκε στο Παρίσι, στις 26 Ιουνίου του 1961. Πατέρας του ο Ισπανός από τη Γαλικία, αντιστασιακός και αντιφασίστας συγγραφέας Ramon Chao, αυτοεξόριστος στο Παρίσι για τους λόγους που μπορεί να φανταστεί κανείς. Ένας άνθρωπος των ιδεών του, παντρεμένος μάλιστα με μια γυναίκα από τη χώρα των Βάσκων, τη Φελίζα, τη μητέρα τού Manu, δεν ήταν και το ευκολότερο πράγμα να ζει στη χώρα τού Φράνκο. Είναι η περίοδος όπου αρκετοί Βάσκοι όπως και Ισπανοί αντικαθεστωτικοί θα βρουν άσυλο στη Γαλλία. Έτσι ο Manu σαν παιδί προσφύγων, θα μάθει από μικρός τις συνέπειες της μετανάστευσης, κάτι που θα επηρεάσει αργότερα τη στάση του γύρω από αυτό το ζήτημα, καθώς και τη συνολική του οπτική για τα πράγματα.
Από μικρός θα μάθει τρεις γλώσσες: ισπανικά, γαλλικά και βασκικά. Μεγαλώνει σε ένα οικογενειακό περιβάλλον καθορισμένο από τις αξίες της αμφισβήτησης και γεμάτο μουσική. Και τι μουσική… Από τον Βάσκο παππού του και τη μητέρα του θα διδαχθεί τη μουσική κουλτούρα της χώρας των Βάσκων. Από τον πατέρα του –ο οποίος εκτός όλων των άλλων είναι και ένας πολύ καλός πιανίστας– τον πλούτο της Ιβηρικής χερσονήσου καθώς και της Κούβας, μιας και ο Ramon Chao είναι Κουβανός από πατέρα. Ο Manu Chao είναι δηλαδή ένας Γάλλος πολίτης, ισπανο-κουβανο-βασκικής καταγωγής, στοιχείο που εξηγεί εξ αρχής τις πολυποίκιλες επιρροές του.

Όπως ήταν φυσικό για έναν νέο των αρχών της δεκαετίας του ’80 και κάτοικο των παρισινών προαστίων, επηρεάζεται από το κίνημα του punk και στα είκοσί του χρόνια φτιάχνει την πρώτη μπάντα με την οποία θα ηχογραφήσει δίσκο, τους Les Hot Pants. Είχαν προηγηθεί διάφορα βραχύβια σχήματα. Οι Les Hot Pants είναι ένα συγκρότημα με punk – rock επιρροές, ανοιχτό στους ήχους της γαλλικής και ισπανικής παράδοσης, που έχει στα αυτιά του ο Manu, με ακατέργαστο ακόμη τρόπο. Κυκλοφορούν 1986 το πρώτο και μοναδικό τους άλμπουμ, το Loco Mosquito. Από αυτόν το δίσκο ξεχωρίζει κανείς τη διαολεμένη διασκευή του Aye que dolor, μιας ρούμπας των Los Chanquitos. Οι Les Hot Pants κατόπιν διαλύονται. Από εκεί και πέρα ο Μanu συμμετείχε στους Los Carayos, το πιο σεβαστό συγκρότημα του γαλλικού underground της δεκαετίας τού ’80. Ηχογράφησε μαζί τους δύο δίσκους, γράφοντας μάλιστα και ορισμένα κομμάτια. Ένα από αυτά είναι το Oscar tramor, το οποίο συμπεριλαμβανόταν στον δεύτερο δίσκο των Los Carayos, το Persistent Et Signet του 1987, το οποίο και αποτέλεσε την έμπνευση για το ψευδώνυμο που ο Manu χρησιμοποίησε για αρκετά χρόνια. Ωστόσο, αυτήν την περίοδο ο Manu έψαχνε κάτι άλλο. Ωριμάζει μέσα του μια καινούργια ιδέα. Η ιδέα αυτή θα πάρει σάρκα και οστά το 1987 και έτσι γεννιούνται οι Mano Negra. Ο Manu εμπνέεται το όνομά τους από την ισπανική αναρχική οργάνωση «Μαύρη Χειρ», η οποία έδρασε στην Ανδαλουσία τη δεκαετία του 1880. Οι Mano Negra θα γίνουν ένα από τα σημαντικότερα συγκροτήματα του λεγόμενου ethnic – punk, συνδυάζοντας το rock και το punk, με τη reggae, το ska, το γαλλικό chanson και άλλα μουσικά στοιχεία.

Η αλήθεια είναι ότι αποτέλεσαν το χαρακτηριστικό παράδειγμα και τον προπομπό μιας σειράς συγκροτημάτων υβριδικού χαρακτήρα, με rock – ethnic – hip hop – ska – reggae – latin μουσικές τόσο στη Γαλλία και στην Ισπανία όσο και στη Λατινική Αμερική και αυτό τούς καθιστά κλασικούς στο είδος τους, αφού αυτοί άνοιξαν έναν καινούργιο δρόμο στην παγκόσμια pop – rock σκηνή. Σε μια εποχή που το «ethnic» και η world music δεν γνώριζαν την αποδοχή που είχε μετέπειτα, οι Mano Negra πειραματίζονται με τη συγχώνευση διαφορετικών λαϊκών και εθνικών μουσικών, εντάσσοντας στοιχεία τους στην τεχνοτροπία και στην αισθητική του punk και του ska, ενώ θα εισαγάγουν τη δική τους εκδοχή μουσικής και φιέστας, την περιβόητη Patchanka, η οποία είναι μεξικανική μετάφραση τού πάρτι. Ο ρόλος του Μanu Chao είναι καθοριστικός στους μουσικούς προσανατολισμούς του συγκροτήματος. Πολυεθνικοί και διαπολιτισμικοί με όλη τη σημασία της λέξης, τραγουδούν σε αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, αφρικανικά, ακόμη και σουαχίλι (!!) , παράδοση που συνεχίζει να τηρεί ο Manu Chao. H πολυγλωσσία των στίχων δεν αποτελεί για τον Manu κάποιο τρικ από αυτά που κάνουν συνήθως οι μπάντες για να προκαλέσουν συζητήσεις: «ένα τραγούδι δεν βγαίνει μόνο από μέσα σου. Είναι κάτι που βρίσκεται γύρω σου. Δεν αποφασίζω να γράψω συγκεκριμένα σε μια γλώσσα· εξαρτάται από το τι συμβαίνει όταν γράφω ένα τραγούδι, το οποίο σε μεγάλο βαθμό καθορίζει και τη γλώσσα που θα τραγουδηθεί». (1)
Το 1988 το πρώτο άλμπουμ των Mano Negra, το Patchanka βρισκόταν στα ράφια των δισκοπωλείων και ταρακουνούσε τη Γαλλία. Η φιέστα ξεκινούσε και το φρενήρες φλαμένκο – punk Mala vida έχει από τότε στοιχειώσει τα απανταχού πάρτι της υφηλίου.

Αλλά οι Mano Negra δεν ήταν μόνο φιέστα. Παράλληλα δημιουργούν μια νέου τύπου κοινωνικά ευαισθητοποιημένη και πολιτικά ενεργό τραγουδοποιία, η οποία δεν έχει καμία σχέση με τις μέχρι τότε εκδοχές του «στρατευμένου τραγουδιού». Δεν πάσχει ούτε από επικό ύφος μα ούτε από τις αισθητικές και στιχουργικές του μονομέρειες. Αντίθετα, είναι η πρώτη φορά στο πλαίσιο της σύγχρονης μουσικής που η αντίσταση και η επανάσταση θα τραγουδηθούν τόσο ρυθμικά, τόσο δυνατά, με μια «έξω καρδιά» διάθεση που εκφράζει την αισιοδοξία της θέλησης για απελευθέρωση και την αγάπη για τη ζωή. Ο ρόλος του Manu είναι καθοριστικός σε αυτό το πλαίσιο. Ελεύθερο και ατίθασο πνεύμα, δεν θα μπορούσε ποτέ να μπει στα καλούπια της αποκαλούμενης «στρατευμένης» τέχνης, αλλά να δώσει, όπως έκανε και κάνει, τη δική του εκδοχή, ομολογουμένως πολύ γοητευτική.

Παρ’ όλα αυτά και ακριβώς επειδή οι Mano Negra λειτουργούσαν σαν μια κολεκτίβα χωρίς μάνατζερ και χορηγούς και δεν έπαιξαν το παιχνίδι της «εναλλακτικής μπάντας», δεν είχαν τη διεθνή αναγνώριση που τους αντιστοιχούσε. Αυτό είναι όμως το «τίμημα» κάθε πραγματικού πρωτοπόρου. Ωστόσο, λόγω της δύναμης των τραγουδιών τους, του fusion ήχου τους και της πολύγλωσσης τραγουδοποιίας τους αποκτούν φανατικούς οπαδούς στην Ευρώπη και στην Λατινική Αμερική.

Την αμέσως επόμενη χρονιά κυκλοφορεί το Puta’s Fever. Έχουν υπογράψει ήδη συμβόλαιο με τη Virgin. Τo δεύτερο άλμπουμ τους θα είναι και το μέσο ανοίγματος της μπάντας στο παγκόσμιο κοινό. Το King Kong five θα γίνει χορευτικός ύμνος, θα ακολουθήσουν 300 live στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, όπου συνοδεύουν τον Iggy Pop σε περιοδεία. Το 1991 κυκλοφορούν μια συλλογή με ισπανικά κομμάτια από τα δύο άλμπουμ τους, το America Perdida και το τρίτο τους άλμπουμ, το King Of Bongo με το ομώνυμο κομμάτι να ξεχωρίζει και τον Manu Chao να υπογράφει την πιο pop στιγμή τους, το Out of time man. H περιοδεία τους από τη Λατινική Αμερική έως την Ιαπωνία τελειώνει με την έκδοση του In The Hell Of Patchinko, του πρώτου live της μπάντας το 1992, και έτσι ηχογραφείται για πρώτη φορά το σήμα κατατεθέν του Manu, η ατάκα του του προς το κοινό με το: Que passa por la calle? (τι τρέχει στο δρόμο;)

Οι Mano Negra όμως δεν τραγουδάνε μόνο. Η επιλογή τους το 1992 να κάνουν μια περιοδεία σε όλη τη Λατινική Αμερική μαζί με ένα τσίρκο και έναν θίασο, το Royal De Luxe, συνάντησε πολλά προβλήματα από τις τότε κυβερνήσεις. Η περιοδεία ονομάστηκε Cargo 92, διοργανώθηκε με αφορμή τους εορτασμούς των 500 χρόνων ανακάλυψης της Αμερικής και αποτελούσε μια σαφή κριτική στην κατάσταση που επικρατούσε στην ήπειρο. Αποτέλεσμα ήταν κάποια περιστατικά μοναδικά στη συναυλιακή ιστορία του πλανήτη. Αρκετές φορές δεν δινόταν άδεια από τις αρχές για χρήση συναυλιακών χώρων, οι Mano Negra, έπαιζαν στους δρόμους και επειδή ταξίδευαν με σκάφος, έδιναν συναυλίες πάνω σε αυτό σε διάφορα λιμάνια της Λατινικής Αμερικής και έπειτα σάλπαραν για τον επόμενο σταθμό τους! Η περιοδεία ξεκίνησε στις 6 Απριλίου του 1992 και κράτησε τέσσερις μήνες. Κατά τη διάρκειά της ο Manu και οι Mano Negra θα δώσουν εκατό συναυλίες σε οκτώ λιμάνια, σαράντα πόλεις και δεκαπέντε χώρες. Το πιθανότερο είναι στο κοινό αυτής της περιοδείας να βρίσκονταν τα μέλη των μετέπειτα Los De Abajo, King Chango, Papashanty Saund System, Tοdos De Muertos, και αρκετών άλλων που σήμερα αποτελούν τη συνέχεια αυτής της τρελοπαρέας.

Κάπως έτσι φτάσαμε στο 1995. Μέχρι τότε οι Mano Negra είχαν κυκλοφορήσει την προηγούμενη χρονιά το Casa Babylon, το οποίο ήταν και το κύκνειο άσμα τους. Φρόντισαν βέβαια να είναι εξαιρετικά δυνατό. «Μας πήρε δύο χρόνια να χωρίσουμε. Δεν μπορούσαμε να κατανοήσουμε γιατί δεν μπορούσαμε να δουλέψουμε πια μαζί. Πέντε – έξι χρόνια πριν ήμασταν μια παρέα που δεν είχε τίποτα να χάσει και ανακάλυπτε τον κόσμο. Αλλά δεν μπορείς να ζήσεις όλη σου τη ζωή σε ένα λεωφορείο. Κάποιοι ήθελαν να βρίσκονται με τα παιδιά τους και άλλοι να συνεχίσουν…».(2) Ο Manu εγκαθίσταται στη Μαδρίτη, η οποία όμως δεν θα τον κρατήσει για πολύ. Μετακομίζει στη Βαρκελώνη. Για τα δύο επόμενα χρόνια θα ταξιδεύει στη Λατινική Αμερική. Γνωρίζει από πρώτο χέρι τη φτώχεια της ηπείρου και τις άσχημες συνθήκες διαβίωσης της πλειονότητας του πληθυσμού και με τη στάση του αυτή επαναφέρει μια παλιά αλλά πάντα νέα ιδέα για το τι μπορεί να σημαίνει πολιτικά ενεργός λαϊκός καλλιτέχνης.
Παρόμοια προβληματική υπάρχει και για την αντιμετώπιση της μουσικής ειδικά των τοπικών ή εθνικών μουσικών ιδιωμάτων. Ο Manu Chao παίζει σε πόλεις και χωριά, σε δρόμους και καφενεία, μαζί με τοπικούς μουσικούς. Δεν μαθαίνει τις παραδοσιακές μουσικές από ηχογραφήσεις, αλλά απευθείας, με τη ζωντανή του σύνδεση με την κουλτούρα και τους μουσικούς θησαυρούς που κρύβονται στις πιο απομακρυσμένες μεριές του κόσμου. Η έρευνα των ήχων, πάντα κοντά όμως στο λαϊκό στοιχείο, είναι το χαρακτηριστικό που θα τον απομακρύνει από την παγίδα μιας ακαδημαϊκής μεταφοράς των εκάστοτε folk ή ethnic χαρακτηριστικών στον δυτικό ακροατή, ή σε μία χρήση τους ως «εναλλακτικού» εθνικού μουσικού χρώματος σε μια κατά τα άλλα δυτικού τύπου σύνθεση. Αντίθετα, η φιλοσοφία του τον οδηγεί σε μια πραγματική «σύντηξη», διαμορφώνοντας ένα διεθνές μουσικό υβρίδιο το οποίο μπορεί να σέβεται το τοπικό, εθνικό και το ιδιαίτερο, χωρίς να παραμένει σε αυτό, αλλά να το εντάσσει σε μια νέα μουσική γραφή διεθνώς αναγνωρίσιμη πλέον. Από αυτήν τη σκοπιά ο Manu είναι ίσως ο κορυφαίος εκπρόσωπος της world pop.
Όλα αυτά τα στοιχεία, οι επιρροές και οι ηχογραφήσεις του θα συντελέσουν έτσι ώστε να φτιαχτεί το Clandestino, ο «Παράνομος» το 1998, ο πρώτος σόλο δίσκος του Manu Chao, αρκετά διαφορετικός από τις δουλειές του με τους Mano Negra. Το Clandestino έχει φτάσει τα δυόμισι εκατομμύρια πωλήσεις, χωρίς να είχε αρχικά καμία προώθηση ή διαφημιστική υποστήριξη. Ο Manu λοιπόν αποκτά την παγκόσμια αναγνώριση που του αξίζει. Η ειρωνεία, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι αυτό συμβαίνει με ένα άλμπουμ πιο easy listening από αυτά των Mano Negra, το οποίο παρά τα θετικά του στοιχεία, μουσικά έχει λιγότερο ενδιαφέρον από αυτά των Mano Negra. Η ζωή βέβαια μάς έχει συνηθίσει σε πολλά τέτοια παραδείγματα.

Ο Manu δεν είναι από τους τύπους που κάθονται σε ησυχία. Προετοιμάζει, σε συνεργασία με συγκροτήματα της Βαρκελώνης και μουσικούς από τη χώρα των Βάσκων, μια ακόμη πρωτότυπη ιδέα, τη διοργάνωση «Φεστιβάλ του ψεύδους». Το «Φεστιβάλ του ψεύδους» ήταν μια διαφορετική γιορτή υποδοχής της αλλαγής της χιλιετίας το 2000. Προετοιμαζόταν για δύο – τρία χρόνια με σκοπό να υπενθυμίσει ότι αλλάζουμε αιώνα και χιλιετία, «αλλάζουμε εποχή», παραμένοντας στο ψέμα και στην υποκρισία. «Οι γιορτές της αλλαγής της χιλιετίας, που διοργάνωσαν κράτη και διεθνείς οργανισμοί, δεν είναι τίποτε άλλο από γιορτές, φανφάρες και υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα για ένα καλύτερο κόσμο». Η ιδέα για το «φεστιβάλ ψεύδους» του Manu και των συνεργατών του, ήταν μια μοναδική ιδέα παρέμβασης, κοινωνικού και ευρύτερα πολιτιστικού χαρακτήρα.
Οι Radio Bemba Sound System είναι πια γεγονός, φτιαγμένοι από ορισμένα μέλη των Mano Negra αλλά και από νέους συνταξιδιώτες του Manu όπως ο Ναπολιτάνος τρομπετίστας Roy Paci. «Οι Radio Bemba είναι μια μπάντα αλλά και ένα μικρό μουσικό σχολείο», «δεν κάνουμε ποτέ πρόβες, τις μισώ… μου θυμίζουν το σχολείο. Για μας πρόβες είναι να παίζουμε μαζί, πολλές φορές σε καφέ, μπροστά σε λίγους ανθρώπους». (3)

Ξεσπά το κίνημα κατά της Παγκοσμιοποίησης. Ο Manu Chao έρχεται αμέσως σε επαφή με αυτό το κίνημα και αυτό με τη σειρά του τον αγκαλιάζει. Το βράδυ της 18ης Ιουλίου του 2001 στη Γένοβα, μετά τη μεγάλη αντιρατσιστική διαδήλωση χιλιάδες κόσμου πάλλονται από τη μουσική και τα τραγούδια του. Στη διαδήλωση της ίδιας ημέρας θα έβρισκες τον Manu να παίζει ένα τεράστιο τύμπανο ίσα με το μπόι του και όλους τους Radio Bemba, στο μπλοκ των μουσικών του δρόμου. Η συμμετοχή του Manu δεν εξαντλείται στη διαδήλωση και στη συναυλία. Τη βγάζει με sleeping bag μαζί με χιλιάδες διαδηλωτές σε ένα από τα δημοτικά γήπεδα που είχαν διατεθεί για αυτόν το σκοπό. Προφανώς όχι επειδή δεν έβρισκε πού αλλού να μείνει… «Βρίσκομαι εδώ σαν απλός πολίτης» (4) δηλώνει. Δεν φείδεται τοποθετήσεων για την πολιτική κατάσταση της εποχής μας με κάθε ευκαιρία: «Όταν βλέπεις πώς κυβερνιέται ο κόσμος, το συναίσθημα που βγαίνει δεν είναι η λύπη, αλλά η οργή. Βλέπω πολλούς ανθρώπους στα ταξίδια μου, η αντίδραση όλων είναι η οργή. Υπάρχει ο δικτάτορας της οικονομίας που κάνει τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα για τους ανθρώπους».(5) Ωστόσο δείχνει να έχει επίγνωση των κινδύνων που κρύβει η πολιτικοποιημένη τραγουδοποιία: «Το νόημα ενός τραγουδιού είναι καλύτερα να προκύπτει από τη μουσική του, να μη φαίνεται εσκεμμένο. Είναι πολύ επικίνδυνο να γράφεις πολιτικά τραγούδια, ειδικά τώρα που η εξέγερση είναι ένα μεγάλο όπλο του μάρκετινγκ. Γι’ αυτό πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός όταν βάζει τις πολιτικές ιδέες του στη μουσική του, επειδή γίνεται επικίνδυνο όταν αρχίζεις να βγάζεις λεφτά από τις ιδέες σου». (6)

Τον Φεβρουάριο του 1999 βρισκόταν σε ένα από τα μεγαλύτερα στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων στην Κένυα, παίζοντας μουσική μαζί και γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Εκεί θα δηλώσει για το φαινόμενο της μετανάστευσης και τους αντιμεταναστευτικούς νόμους: «Να προσπαθείς να βάλεις φρένο στο κύμα της σύγχρονης μετανάστευσης μοιάζει με το να φράζεις ένα ερμητικό ποτάμι· τα νερά λιμνάζουν, σαπίζουν και βρωμάνε και αυτό είναι κακό για όλους» (7).

Κυκλοφορεί το 2001 το Proxima Estacion Esperanza (Επόμενη Στάση Ελπίδα). Το άλμπουμ ακούγεται σαν τη συνέχεια του Cladestino. Ο Manu Chao κινδυνεύει να παγιδευτεί σε ένα φορμαλισμό ακυρώνοντας τελικά τα στοιχεία που τον κάνουν να ξεχωρίζει. Άλλωστε, η επανάληψη μιας συνταγής πέρα από το ότι καταντά βαρετή, περιορίζει και τις δυνατότητες ενός μουσικού. Το άλμπουμ βγάζει το απόλυτο καλοκαιρινό hit Me gustas tu και κατακτά διεθνή βραβεία.

Το 2001 και το 2002 θα είναι χρόνια που θα βρουν τον Manu Chao μαζί με τους Radio Bemba στο δρόμο. Είναι η παγκόσμια τουρνέ τους. Πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι θα δουν και θα ακούσουν τον Manu σε πάνω από 120 συναυλίες. Σε αυτή την περιοδεία, το ταξίδι στη Λατινική Αμερική θα έχει πάλι τη θέση που του αρμόζει. Κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού, γοητευμένος από τη φιλοσοφία του παναμερικανισμού του Simon Bolivar και του Che Guevara , δεν δίνει σημασία μόνο στις μουσικές της ηπείρου, αλλά σε κάθε χώρα ή περιοχή της επίσκεψής του, αφού η αγωνία για τα προβλήματα των κατοίκων είναι δεδομένη. Φτάνει στην Τσιάπας, όπου με τους Radio Bemba μένουν για αρκετές ημέρες στις αυτόνομες κοινότητες των Ζαπατίστας, δίνοντας συναυλίες χωρίς μηχανήματα και τεχνική υποστήριξη. Σε πολλές περιπτώσεις οι συναυλίες τους δεν είναι μόνο μουσικά γεγονότα. Αρκετές φορές από φιέστες μετατρέπονται σε συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας. Χαρακτηριστικό γεγονός αποτελεί η συναυλία στην πόλη του Μεξικού, στην πλατεία Σόκαλο, η οποία συγκέντρωσε 150.000 άτομα. Αυτή η συναυλιακή πορεία θα καταλήξει στην κυκλοφορία του Radio Bemba Sound System Live, καθώς και στο dvd Manu Chao: Babylonia En Guagua, το 2002.


Το 2004 κυκλοφόρησε στη Γαλλία το Siberie Metait Conteee, μια ανεξάρτητη παραγωγή η οποία αποτελείται από ένα cd και ένα παιδικό – εκπαιδευτικό βιβλίο σε σκίτσα του Wozniak. Το 2005 το Siberie Metait Conteee κυκλοφόρησε και διεθνώς, αν σε περιορισμένα αντίτυπα, με αποτέλεσμα να το βρίσκεις πολύ δύσκολα σήμερα. Το καλοκαίρι του 2004, ο Manu κράτησε μια πολύ σημαντική, –ηθικά και καλλιτεχνικά– στάση στις διώξεις που ασκήθηκαν στον πολύ σημαντικό Βάσκο μουσικό Fermin Muguruza, λόγω της εμπλοκής του ονόματός του με την ΕΤΑ. Ο τελευταίος, επειδή είχε καταγγείλει το κλείσιμο της εφημερίδας τού Έρι Μπατασούνα, κατηγορήθηκε ως μέλος της ΕΤΑ και του απαγορεύτηκε να εμφανιστεί οπουδήποτε στην Ισπανία. Τότε ο Manu σε μια πρωτοφανή ένδειξη αλληλεγγύης στον Muguruza, αρνήθηκε να παίξει σε όσες συναυλίες ήταν προγραμματισμένο να εμφανιστούν και οι δύο.

Το 2007 επιστρέφει δισκογραφικά με το La Radiolina (Το Ραδιοφωνάκι). Ο ήχος κινείται στα γνωστά μονοπάτια της μουσικής φιλοσοφίας του, με ανεβασμένες τις rock εντάσεις, ξεπερνώντας ευτυχώς την επανάληψη του Proxima. Το video clip του Rainin in paradise, το φιλμογραφεί ο φίλος του Emir Kusturica. Φέτος κυκλοφόρησε το διπλό live Baionarena, το οποίο συνοδεύεται μάλιστα από ένα dvd με τη συναυλία στην Bayonne και video clip τού Radiolina. Έτσι κι αλλιώς το ισχυρό σημείο του Manu είναι οι συναυλίες του, η τρομερή ενέργεια που βγάζουν οι Radio Bemba και το κλίμα φιέστας που δημιουργείται.

Όσες αδυναμίες και αν του καταλογίζει κανείς, δεν μπορεί παρά να τον αναγνωρίσει σαν μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες στη διεθνή μουσική σκηνή. Προάγγελος, μα και παιδί της εποχής του, αυτός ο «rock άνεμος» κατά τον Eduardo Galeano, συμπυκνώνει όλα εκείνα τα στοιχεία που φτιάχνουν ένα μεγάλο τραγουδοποιό. «Εξωτικός» χωρίς να είναι απόμακρος, γνώστης χωρίς να είναι σνομπ , πολύ – πολιτισμικός χωρίς να πέφτει στην παγίδα του κυριάρχου pop μεταμοντερνισμού, λαϊκός χωρίς να είναι «άτεχνος», μουσικός διανοούμενος χωρίς «διανοουμενισμό». Στηρίζει πρακτικά τις παραγωγές των νέων συγκροτημάτων, ενώ μπορείς να τον συναντήσεις στο μπαρ Πλάθα Τριπ της Βαρκελώνης, στέκι πολλών μουσικών, ανοιχτό σε συζήτηση με όλο τον κόσμο χωρίς τουπέ. Εν κατακλείδι πρόκειται για έναν μεγάλο λαϊκό διεθνιστή τραγουδοποιό του καιρού μας. Οπαδός του ποδοσφαίρου, του γλεντιού και της ζωής. Αρκετοί τον έχουν δει στο τέλος των συναυλιών να κλοτσάει μπάλες στο κοινό δίνοντας το έναυσμα για ένα πάρτι χορού και μπάλας υπό τους ήχους των DJs των Radio Bemba.

Το τελευταίο διάστημα γίνεται μια συζήτηση ότι ο Manu έχει απομακρυνθεί από τα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα, τόσο αυτός όσο και η μουσική του. Βέβαια, είναι πρόσφατο το παράδειγμα της απόπειρας απέλασής του από τις μεξικανικές αρχές, επειδή είχε την τόλμη να καταδικάσει την κρατική πολιτική βίας στην περιοχή Ατένκο, αλλά και η πρόσφατη συνέντευξή του στη γαλλική Ουμανιτέ, με αφορμή την εμφάνισή του στο φετινό φεστιβάλ της. Ένας άνθρωπος που μοιράζεται τη μουσική του με μετανάστες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, με κρατούμενους σε φυλακές και ψυχιατρεία, εννοείται δωρεάν. O καλλιτέχνης που στις κανονικές του εμφανίσεις επιμένει να υπάρχει φτηνό εισιτήριο. Νομίζω ότι δύσκολα θα συναντήσει κανείς όλα αυτά τα στοιχεία σε έναν μουσικό του καιρού μας.

*Σημειώσεις: 
1,2,3: από τη συνέντευξη του στον Marc Legras
4,7: από το dvd Balylonia En Guagua
5,6: από την κοινή του συνέντευξη με τον David Byrne στη La Banda Elastica.

Ακούστε:
CLANDESTINO (Virgin)
Esperando La Ultima Ola (περιμένοντας το τελευταίο, το «υπέρτατο», κύμα). Ο στίχος τού Luna y sol θα γινόταν το σύνθημα του άλμπουμ που έκανε διάσημο τον Manu Chao. Αφιερωμένο στον αγώνα των Ζαπατίστας, αλλά με τα περισσότερα κομμάτια του τραγουδάνε για τους μετανάστες. Έλεγχοι, σύνορα, τελωνεία, αστυνομίες, τείχη, που χωρίζουν έναν κόσμο κατά τα άλλα «ελεύθερο». Αυτά τραγουδάει το Welcome to Tijuana μαζί με το όνειρο ή την αυταπάτη της φυγής για μια καλύτερη ζωή. Το Clandestino εκπροσωπεί τον παντού παράνομο και διωκόμενο πρόσφυγα και γενικά τον καταπιεσμένο άνθρωπο. Το ομώνυμο μαζί με τα Desaparecido, Mentira, Lagrimas de oro, Por el suelo ξεχωρίζουν σε ένα άλμπουμ στο οποίο η παρουσία του sub-comandante Marcos είναι χαρακτηριστική. Κρατώντας μεν τη μουσική φιλοσοφία των Mano Negra, χωρίς το τρελαμένο και φασαριόζικο στίγμα τους δε, με μπόλικη reggae και χορευτική διάθεση και πιάνοντας το κλίμα των τότε διαδηλώσεων κατά της παγκοσμιοποίησης, θα γίνει ο δίσκος αναφοράς της σόλο καριέρας του Manu.

Δείτε:
Manu Chao… Babylonia En Guagua (Radio Bemba)
Dvd χωρισμένο σε τρία μέρη. Το πρώτο περιέχει αποσπάσματα από τις συναυλίες του Manu και των Radio Bemba στο Παρίσι στις 4 και 5 Σεπτεμβρίου του 2001. Το δεύτερο μέρος το Babylon’s fever δείχνει τους Radio Bemba και το Manu στο δρόμο, με πολλές συνεντεύξεις και δηλώσεις τους στην κάμερα, μεταφέροντας όλο το κλίμα που επικρατεί στις περιοδείες τους, καθώς και αποσπάσματα από συναυλίες. Το τρίτο μέρος, το Kikelandia, αποτυπώνει το πέρασμά τους από τη Λατινική Αμερική, την Αφρική και την Ευρώπη, την επίσκεψή τους στη Γένοβα και στην Τσιάπας, ένα ντουέτο στο δρόμο του Manu με τον Tonino Carotone και άλλα περιστατικά, με εμβόλιμα video clips από κομμάτια τού Clandestino.

Διαβάστε:
Alessansro Robecci – Manu Chao, Μουσική Και Ελευθερία (Σύγχρονοι Ορίζοντες 2002)
«Αυτή δεν είναι η βιογραφία ενός rock star, για τον απλούστατο λόγο ότι ο Manu Chao δεν είναι rock star, αλλά ένας rock άνεμος, που δεν μπορεί να χαλιναγωγηθεί. Ο συγγραφέας παρασύρεται από αυτό τον άνεμο και ταξιδεύει στις ζωές του κόσμου καλώντας να πετάξουμε μαζί του…». Τα λόγια του μεγάλου Λατινοαμερικανού συγγραφέα Eduardo Galeano κάνουν περιττή κάθε άλλη δική μας υπογράμμιση. Ο Alessandro Robecci, Ιταλός δημοσιογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός, με το βιβλίο αυτό καλύπτει την πορεία τού Manu Chao από τα χρόνια της νεότητάς του μέχρι το 2001.

 Πηγή: http://www.poprocknews.gr/ , youtube

by Αντικλείδι , http://antikleidi.wordpress.com/

Συναφή:

Nina Simone

Σεζάρια Εβόρα , η τραγουδίστρια της εξωτικής θλίψης

Κολομβία – Colombia 

Afro-Cuban 

Μεξικό – μουσική απο την χώρα των Μάγιας 

Η μουσική των Ρουμάνων τσιγγάνων

%d bloggers like this: