Ξεχνιόμαστε γλείφοντας σταγόνες μέλι

Υπήρχαν κάποια βιβλία που διαπερνούσαν το θόρυβο της ζωής και σ’ άρπαζαν από τον γιακά για να σου μιλήσουν  μόνο για τις πιο μεγάλες αλήθειες. Η εξομολόγηση ήταν ένα τέτοιο βιβλίο. 

Σ’ αυτό ο Τολστόι αφηγείτο ένα ρώσικο παραμύθι για έναν άντρα, ο οποίος κυνηγημένος από ένα τέρας πέφτει σ’ ένα πηγάδι. Όμως, καθώς ο άντρας πέφτει μέσα στο πηγάδι, βλέπει στον πάτο ένα δράκο, που περιμένει να τον καταβροχθίσει. Εκείνη την στιγμή ακριβώς ο άντρας αντιλαμβάνεται ένα κλαδί που εξέχει από το τοίχωμα, το αδράχνει και κρέμεται από αυτό. Αυτό εμποδίζει τον άντρα να πέσει στα σαγόνια του δράκου ή να τον φάει το τέρας από πάνω, όμως αποδεικνύεται ότι υπάρχει  κι άλλο ένα μικρό πρόβλημα.

Δύο ποντίκια, ένα μαύρο κι ένα λευκό, τρέχουν σαν τρελά γύρω από το κλαδί, ροκανίζοντας το. Είναι ζήτημα χρόνου να μασήσουν όλο το κλαδί, ροκανίζοντας το. Είναι ζήτημα χρόνου να μασήσουν όλο το κλαδί, αναγκάζοντας τον άντρα να πέσει. Καθώς ο άντρας αντικρίζει την αναπόδραστη μοίρα του, προσέχει κάτι ακόμα: από την άκρη του κλαδιού όπου είναι γαντζωμένος, στάζουν λίγες σταγόνες μέλι. Ο άντρας βγάζει την γλώσσα του έξω να τις γλείψει.

Αυτό, λέει ο Τολστόι, είναι η δυστυχία μας ως ανθρώπων: εμείς είμαστε ο άντρας που έχει γαντζωθεί στο κλαδί. Μας περιμένει ο θάνατος. Έξοδος διαφυγής δεν υπάρχει. Κι έτσι ξεχνιόμαστε γλείφοντας όποιες σταγόνες μέλι φτάνουμε ν’ αρπάξουμε.

Τα περισσότερα απ’  όσα είχε διαβάσει ο Μίτσελ στο κολέγιο δεν του είχαν μεταδώσει Σοφία με σίγμα κεφαλαίο. Όμως αυτός ο ρώσικος μύθος τα κατάφερε, Ίσχυε γενικά για τους ανθρώπους και ίσχυε ειδικά για τον Μίτσελ. Πράγματι τι έκαναν κι αυτός και οι φίλοι του, πέρα από το να κρέμονται από ένα κλαδί, με την γλώσσα έξω για να γευτούν λίγη γλύκα;

Σκέφτηκε τους ανθρώπους που γνώριζε, με τα εκπληκτικά νεανικά κορμιά τους, τα εξοχικά τους σπίτια, τα κομψά τους ρούχα, τα δυνατά ναρκωτικά, το φιλελευθερισμό τους, τους οργασμούς και τις κομμώσεις τους. Ότι έκαναν είτε ήταν ευχάριστο αυτό καθαυτό είτε σχεδιασμένο για να προκαλεί ικανοποίηση πέρα για πέρα.

Ακόμα και οι άνθρωποι που γνώριζε, οι οποίοι ήταν πολιτικοποιημένοι και διαμαρτύρονταν για τον πόλεμο του Ελ Σαλβαδόρ, το έκαναν αυτό κατά μείζονα λόγο για να περιβληθούν και οι ίδιοι την ελκυστική άλω του σταυροφόρου. Και οι καλλιτέχνες ήταν οι χειρότεροι, οι ζωγράφοι κι οι συγγραφείς, γιατί πίστευαν ότι ζούσαν για την τέχνη ενώ στην πραγματικότητα έτρεφαν το ναρκισσισμό τους.

Ο Μίτσελ ανέκαθεν καμάρωνε για την πειθαρχία του. Μελετούσε πιο σκληρά από οποιονδήποτε άλλο γνώριζε. Όμως αυτός ήταν απλώς ο τρόπος του να σφίγγει τη λαβή γύρω από το κλαδί.

      Απόσπασμα από το βιβλίο “Σενάριο Γάμου” του Τζέφρυ Ευγενίδη

by Αντικλείδι , http://antikleidi.wordpress.com

Συναφές: 

Τα μπισκότα και ο χρόνος που δεν γυρίζει πίσω..

Ο άνθρωπος που ετοίμαζε το αυτοκίνητό του.

Μαρσέλ Προυστ – “Αναζητώντας το Χαμένο Χρόνο”

Πόση γη χρειάζεται ένας άνθρωπος ?

7 CommentsLeave a comment

    • Οι περισσότεροι ζούμε λες και είμαστε αθάνατοι.
      Λίγοι συνειδητοποιούμε ότι κρεμόμαστε από ένα κλαδί που ροκανίζεται κάθε μέρα.
      Στενάχωρο πράγματι, αλλά αν το έχουμε διαρκώς στο μυαλό μας, ίσως φροντίσουμε να ζήσουμε την ζωή μας στην πληρότητα της, και να μην ασχολούμαστε με τα ανούσια.

      • Εγώ το βρήκα πολύ ρεαλιστικό.
        Αποτελεί μια ωραία υπενθύμιση.

  • Πολύ έυστοχα ο Ευγενίδης διαπιστώνει (μέσω του ήρωά του) ότι το συγκεκριμένο παραμύθι μας μιλάει για τη μεγάλη Αλήθεια και μας μεταδίδει Σοφία με το σίγμα κεφαλαίο… Συμφωνώ με το προηγούμενο σχόλιο: ας φροντίσουμε να αξιοποιήσουμε αυτή τη σοφία .