Το λυκόφως της «κουλτούρας της θολούρας»…

Όταν οι Αθηναίοι ανακάλυψαν τη Δημοκρατία ως μέθοδο για τη νομιμοποίηση των αποφάσεων για τα Κοινά, μέσω της έκφρασης της γνώμης των πολλών, το κέντρο της οικουμένης ήταν η Αθήνα. Ισχυροί τρίτοι υπήρχαν στον ορίζοντα, αλλά η οικονομία των Αθηνών δεν εξαρτιόταν από τη βούλησή τους.

Η Αθήνα μπορούσε να απειληθεί από το «περιβάλλον» της, αλλά κυρίως στον στρατιωτικό τομέα. Η Δημοκρατία μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς μεγάλη τεχνική εξειδίκευση των μετεχόντων. Δεξαμενές σκέψεις και σύμβουλοι επικοινωνίας δεν υπήρχαν. Ο δήμος δεν ήταν ανάγκη να γνωρίζει λεπτομέρειες, αρκούσε η γνώμη. Και συχνά το συναίσθημα. Και η προκατάληψη, δυστυχώς.

Σήμερα η Αθήνα βρίσκεται σε πολύ διαφορετική θέση σε σχέση με την οικουμένη της. Η πολυπλοκότητα του κόσμου απαιτεί γνώση. Αλλά ο δήμος δεν την έχει, ούτε μπορεί εύκολα να την αποκτήσει. Μερικές φορές δεν την επιθυμεί καν. Ειδικοί, γνήσιοι και κίβδηλοι,περιτριγυρίζουν τους πολιτικούς εξορκίζοντάς τους για τις ανελαστικές, ορθολογικές λύσεις που επιτρέπει και επιβάλλει το εγγύς και το απώτερο σύστημα, για τους κινδύνους που ενέχουν φιλολαϊκές, αλλά αντισυστημικές προτάσεις διακυβέρνησης, όταν η συγκυρία είναι κακή. Με την ελπίδα ότι ο δήμος θα δεχθεί ως αναγκαίες τις μη δημοφιλείς προτάσεις, όχι επειδή θα τις κατανοήσει, αλλά επειδή εμπιστεύεται τον πολιτικό που τις προτείνει ότι «αυτός ξέρει καλύτερα». Αυτή η εμπιστοσύνη κινδυνεύει να χαθεί σήμερα στην Ελλάδα για τους πολιτικούς, ένθεν κακείθεν. Και από την άλλη μεριά, το σκοτάδι δεν μας επιτρέπει να αξιολογήσουμε μόνοι μας, χωρίς τη διαμεσολάβηση της αρχής της εμπιστοσύνης, ποιες επιλογές έχουμε μπροστά μας και τι αξίζουν.

Εδώ και δεκαετίες ο δημόσιος λόγος στην Ελλάδα – και φυσικά όχι μόνο εδώ, αλλά εδώ συχνότερα – παραπέμπει σε θολούρα. Αν ακούγοντας αυτόν το λόγο θελήσεις να μάθεις τι συμβαίνει γύρω σου και γιατί, είναι σαν να προσπαθείς να συλλάβεις τα σχήματα και τα χρώματα του κόσμου μέσα από ένα θαμπωμένο τζάμι. Η κουλτούρα της αχλύς δεν αφορά μόνο τα πολιτικά προγράμματα και τα δρώμενα του πολιτικού προσωπικού. Αφορά την εικόνα που διαχέεται  στο κοινό για τον δημόσιο βίο εν γένει. Η γνώση των στοιχείων που συγκροτούν την ελληνική πραγματικότητα – πολύ περισσότερο την ευρωπαϊκή και οικουμενική – είναι ελλειμματική. Η εικόνα του μέσου Έλληνα για τον εσωτερικό και τον εξωτερικό κόσμο είναι μια εικόνα «του περίπου». Μεγάλη ευθύνη για τη θολούρα έχουν οι θεσμοί που είναι ταγμένοι από την κοινωνία για την παραγωγή της γνώσης, δηλαδή τα Πανεπιστήμια. Ευθύνη, όμως, έχουν και εκείνοι που αναλαμβάνουν την ενημέρωση του κοινού, τα ΜΜΕ. Με όπλο τη θολούρα, δύσκολα αξιολογείς καταστάσεις και προτάσεις. Κατ’ ανάγκην περιμένεις να νιώσεις στο πετσί σου τις επιπτώσεις για να καταλάβεις ότι κάτι δεν πήγε ή δεν πάει καλά, και ψάχνεις να βρεις τον υπαίτιο. Το πιο πιθανό είναι να τα φορτώσεις ερήμην σε κάποιους για να πάψεις να κατατρύχεσαι από το ερώτημα «τις πταίει». Η Ιστορία είναι γεμάτη από παρόμοιες αποδόσεις. Ενίοτε οδυνηρές και αιματηρές.

Ένα δεύτερο γνώρισμα του δημόσιου λόγου είναι ότι οι τεχνίτες του δεν δείχνουν ιδιαίτερες αναστολές στην παραγωγή απλοϊκών εικόνων για μια πολύπλοκη πραγματικότητα. Οι υπεραπλουστεύσεις, οι στερεότυπες περιγραφές, οι κοινοτοπίες είναι στην ημερήσια διάταξη. Όλοι έχουμε άποψη για όλα. Και για το τι συμβαίνει, και για το τι πρέπει να γίνει. Έχουμε άποψη, όχι γιατί έχουμε γνώση για το αντικείμενο, αλλά επειδή θεωρούμε ότι τα πάντα είναι ζήτημα άποψης. Επειδή το θέλουμε, ή, όπως λέει και η διαφήμιση, «γιατί έτσι μας αρέσει».

Το τρίτο χαρακτηριστικό είναι ο διάχυτος βολονταρισμός σε σχέση με τις συμπεριφορές μας και, κυρίως, με τις λύσεις που προτείνουμε: όλα ανάγονται στη βούληση και την ισχύ η οποία αποκτιέται, υποτίθεται, αν πρώτα υπάρξει η βούληση. Με άλλα λόγια, μπορούμε τα πάντα, αρκεί να το θελήσουμε.

Κι έρχεται τώρα ο πολιτικός που λέει «στο περίπου» τι σκοπεύει να κάνει για τα δημόσια και μας καλεί να τον προτιμήσουμε στις 17 Ιουνίου, χωρίς να αισθάνεται την υποχρέωση να μας εξηγήσει το πώς θα το κάνει, ούτε τις επιπτώσεις που θα έχει πάνω μας η δράση του. Κι αν ζοριστεί, θα καταφύγει σε μια απλή λύση για ένα πολύπλοκο πρόβλημα, λύση την οποία οι συνάδελφοί του, οι πολιτικοί των άλλων κομμάτων, δεν έχουν βρει, επειδή απλώς δεν ήθελαν να τη βρουν, ενώ μπορούσαν.

Αυτός ο πολιτικός, δεξιός ή αριστερός ως προς το περιτύλιγμα, βρίσκεται στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, πολύ περισσότερο στη σημερινή Ελλάδα, εντελώς μέσα στα νερά του. Κινείται άνετα, επειδή ο λόγος του είναι συμβατός με τις προσδοκίες του μέσου πολίτη από τον πολιτικό λόγο. Ο ρόλος ενός τέτοιου πολιτικού έχει παράδοση σ’ αυτά τα χώματα, όπως και η λέξη με την οποία ονομάζεται: δημαγωγός. Τον ενδιαφέρει κυρίως η εξουσία, τρέφεται με την ελπίδα του πόστου, της αρχής. Αρέσκεται να σώζει και να δοξάζεται. Σπάνια καταφέρει να σώσει αλλά και να δοξαστεί. Στην πραγματικότητα κινδυνεύει ο ίδιος και συνιστά κίνδυνο για τους άλλους.

Απέναντί του βρίσκεται ο πολιτικός που μιλά δημόσια μετά λόγου γνώσεως, πιστεύει σε ένα κοινό γενικό συμφέρον ή στόχο, έχει επίγνωση των περιορισμών που θέτει το εσωτερικό και το εξωτερικό πλαίσιο για τη δράση του, σε έναν κόσμο πολύπλοκο και μια οικονομία παγκοσμιοποιημένη και ανεξέλεγκτη, σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο της διαρκούς διαπραγμάτευσης και των συμβιβασμών. Γνωρίζει ότι, πρώτον, δεν είναι τόσο εύκολο να συμπέσουν οι βουλήσεις των πολιτών στην υπηρεσία του ίδιου στόχου, αλλά και ότι – ακόμη και αν τα καταφέρουμε να συμπέσουμε – δεν είναι καθόλου εύκολο να υλοποιήσουμε τον στόχο χωρίς υποχωρήσεις, όταν η πραγμάτωση περνά μέσα από την συναίνεση άλλων, των εταίρων που μας είναι απαραίτητοι και που δεν μπορούμε χωρίς κίνδυνο να τους απειλήσουμε να δεχθούν τις ιδέες μας, αν αυτές δεν είναι συμβατές με τις δικές τους.

Αυτός ο πολιτικός, ο ρεαλιστής και ταυτόχρονα μαχητικός στην πράξη και όχι στα λόγια, βρίσκεται σήμερα στο ελληνικό τοπίο σε αδυναμία να περάσει στους πολίτες το μήνυμά του. Η γνώση του καταργεί τη σύμβαση του «στο περίπου», ο ρεαλισμός του διαλύει την ψευδαίσθηση του παντοδύναμου λαού που μπορεί να κάνει θαύματα, η μαχητικότητά του φοβίζει, επειδή παραπέμπει σε μάχες χωρίς καθαρή νίκη, σε μάχες που καταλήγουν σε θετικούς συμβιβασμούς. Για λόγους που δεν έχει πλέον νόημα να επαναλαμβάνονται, η χώρα χρειάζεται πολιτικούς του δεύτερου τύπου, και μάλιστα σε όλο το πολιτικό φάσμα, από τη Αριστερά μέχρι τη Δεξιά. Ούτως ή άλλως, οι βαθμοί ελευθερίας που αφήνουν τα υπερκείμενα συστήματα για δεξιές ή αριστερές πολιτικές είναι, αυτή την εποχή, λίγοι. Και γιατί ευθύνη για την πορεία της χώρας δεν έχει μόνο η κυβέρνηση, αλλά και η αντιπολίτευση.

Πριν από δυόμισι χρόνια οι Έλληνες έπαψαν να ορίζουν μόνοι τους την πολιτική, όταν οι «αγορές» σταμάτησαν να δανείζουν τη χώρα με υποφερτά επιτόκια. Η πολιτική ατζέντα επιβάλλεται τώρα εν πολλοίς από εξωτερικά υποκείμενα, με τρόπο όχι απλώς άκομψο, αλλά και βίαιο. Το ότι έπρεπε να φτάσουμε στην απώλεια της κυριαρχίας μας μέσω της άρνησης των «αγορών» να δανείσουν τη χώρα, προκειμένου να καταπιαστεί το πολιτικό σύστημα με τον συσσωρευμένο ανορθολογισμό ολόκληρου του κρατικού οικοδομήματος και του οικονομικού μας μοντέλου, συνιστά αποτυχία της Δημοκρατίας. Η Δημοκρατία, ως διορθωτικός μηχανισμός, δεν λειτούργησε. Λειτούργησε ως διανεμητικός μηχανισμός άλλου τύπου, άδικος και σπάταλος. Το τραγικό είναι ότι και αυτή η έξωθεν επιχειρούμενη παιδαγωγικού τύπου διόρθωση δεν άγγιξε τις δομές που παράγουν τον ανορθολογισμό στο κράτος και την οικονομία, ενώ ταυτόχρονα παρήγαγε θύματα και τρομοκρατεί ακόμη υποψήφια θύματα. Πραγματικά και δήθεν.

Αυτά τα είδαμε στις εκλογές της 6ης Μαΐου είτε να απέχουν, είτε να στεγάζονται από κοινού σε πολιτικούς φορείς του πρώτου τύπου. Οι μεν, επειδή πιστεύουν πως ό,τι είχαν να χάσουν, το έχασαν. Οι άλλοι, επειδή ελπίζουν πως έφτασε η ώρα της ύστατης μάχης για τη διατήρηση και διεύρυνση των προνομίων τους. Το τοπίο από μόνο του προκαλεί φόβο, όταν οι χαμένοι του Μνημονίου συγκατοικούν χωρίς πρόβλημα με τους κερδισμένους της πελατειακής πολιτικής κουλτούρας. Και μόνο αυτή η παρενέργεια αρκεί για να πεισθεί κανείς ότι η πολιτική της άγριας λιτότητας, χωρίς αναπτυξιακό συμπλήρωμα, απέτυχε παταγωδώς. Η θεραπεία μάλλον αλλού απέβλεπε και όχι στη σωτηρία της Ελλάδας. Ωστόσο η αποτυχία του μνημονίου δεν έχει αποδυναμώσει ακόμη τους εμπνευστές του. Υπάρχουν, τρομοκρατούν και εκβιάζουν: εφαρμόστε τη συμφωνία για να πάρετε δανεικά. Μια συμφωνία που επέβαλε η ισχύς των «αγορών».

Δεν είναι η πρώτη φορά που ξένοι επιβάλλουν στην Ελλάδα ταπεινωτικούς όρους, είτε με υπαιτιότητα των ίδιων των Ελλήνων, είτε απλά επειδή είναι σε θέση να το κάνουν για την εξυπηρέτηση ιδίων συμφερόντων. Ο νομπελίστας Günther Grass μιλά ανοιχτά για «ντροπή της Ευρώπης» (http://www.sueddeutsche.de/kultur/gedicht-von-guenter-grass-zur-griechenland-krise-europas-schande-1.1366941).  Ο πρώην υπουργός εξωτερικών της Γερμανίας Joschka Fischer ασκεί δριμεία κριτική στην εμμονή του Βερολίνου στις πολιτικές λιτότητας και βλέπει τη λύση για τη διατήρηση της Ευρώπης ως υπολογίσιμου παίκτη στην ισχυροποίηση των ευρωπαϊκών θεσμών.

Γι αυτό, ας μην παριστάνουμε τους ατρόμητους. Το σύνθημα του γέρο-Παπανδρέου«τρομοκρατήστε τους τρομοκράτες» δεν μπορεί σήμερα να εφαρμοστεί στους εξωτερικούς του είδους. Αφορούσε τότε τους εσωτερικούς, τους δικούς μας.

Οι μπλόφες που δεν βγαίνουν μπορεί να οδηγήσουν σε ναυάγιο. Και τα ναυάγια σημαίνουν αγωνία, πόνο, βλάβη. Οι μόνοι που δεν τα φοβούνται είναι όσοι τα εύχονται, υπολογίζοντας ότι θα πνιγούν μόνον οι «άλλοι». Ωστόσο ακόμη και αυτοί που ποντάρουν σ’ αυτά δεν πρέπει να ξεχνούν ότι όταν αρχίζει να μπαίνει νερό στο σκάφος, τα πράγματα δύσκολα ρυθμίζονται. Τα κύματα δεν ενδιαφέρονται για τις ταυτότητες των επιβατών και δεν κάνουν διάκριση μεταξύ δικαίων και αδίκων, ηθικών και καιροσκόπων. Σαρώνουν ό,τι βρουν μπροστά τους.

Η Ελλάδα μπορεί να αποφύγει το ναυάγιο, αλλά μόνο όταν καταλάβει ότι αυτό, ως ενδεχόμενο, δεν είναι εικονική πραγματικότητα. Μπορεί να το αποφύγει με το να εμπιστευθεί τους χειρισμούς των δημοσίων πραγμάτων σε πολιτικούς του δεύτερου τύπου. Τέτοια πρόσωπα υπάρχουν, ευτυχώς, σε όλους τους χώρους. Σε κάποιους λιγότερα, σε άλλους περισσότερα. Είναι δική μας δουλειά να τους αναζητήσουμε. Αλλά πρέπει κι αυτοί να μιλήσουν για να μας διευκολύνουν στην αναζήτηση. Πρέπει να πάρουν υπεύθυνα θέση ως πρόσωπα, όχι ως εκπρόσωποι του φορέα τους. Για να τους εμπιστευθούμε, θέλουμε να ξέρουμε τι πιστεύουν και όχι τι έχουν αποστηθίσει. Η εποχή της θολούρας κράτησε πολύ και μας κόστισε  ακριβά.

        του  Θανάση Γκότοβου καθηγητή Παιδαγωγικής του Πανεπιστημιου Ιωαννίνων

by Αντικλείδι , http://antikleidi.wordpress.com

Συναφές: 

Τελικά τι θέλεις ρε Έλληνα;

Νίκος Δήμου: Σκεφτόμαστε με το θυμικό

Προτιμούμε να πνιγούμε χορεύοντας, όπως οι επιβάτες του Τιτανικού;

Οκτώ μύθοι και η πραγματικότητα

Οι μύθοι της δραχμής

2 CommentsLeave a comment

  • Θα σταθώ στις τρεις τελευταίες παραγράφους:
    Στη πρώτη από αυτές διακρίνεται κατά τη γνώμη μου το μπέρδεμα που έχουμε οι περισσότεροι από εμάς . Είμαστε μέλη της Ενωμένης Ευρώπης , άσχετα αν ρωτηθήκαμε ή όχι για αυτό , αλλά συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε για τους εταίρους μας την έκφραση ΄΄ εξωτερικούς ΄΄ σε αντιπαράθεση με τους ΄΄ εσωτερικούς τους δικούς μας ΄΄. Δεν κρίνω αν το κάνουμε σωστά ή λανθασμένα. Επικεντρώνομαι στο γεγονός ότι το κάνουμε.
    Αν λοιπόν ξεκαθαρίσουμε αυτό το θέμα , κατά τη γνώμη μου πάντα όχι εμείς αλλά όλοι οι λαοί της Ευρώπης, τότε θα κατανοήσω καλύτερα αν αυτά που αναφέρονται στις δύο τελευταίες παραγράφους αφορούν την Ελλάδα ή όλη την Ευρώπη. Αυτό γιατί προσωπικά διαφορετικά θα σχεδιάσω την ενεργοποίησή μου σαν Έλληνας και διαφορετικά σαν Ευρωπαίος. Επιγραμματικά σαν Έλληνας θα μ’ ενδιαφέρει να σωθεί η χώρα μου , επειδή μόνο έτσι θα μπορέσω να σωθώ και εγώ σαν Ευρωπαίος θα μ’ ενδιέφερε να σωθεί το όραμα της Ευρωπαικής Ενοποίησης , διότι μόνο έτσι θα μπορέσει να σωθεί η Ελλάδα.
    Εσείς Κε Καθηγητά αν μου επιτρέπετε, αυτά τα γράφετε σαν Έλληνας ή σαν Ευρωπαίος;