Ο συλλογικός Σωκράτης

Ο Σωκράτης έσπαγε τα νεύρα των Αθηναίων, γιατί παντού έκανε τον βλάκα. Όταν κάποιος έλεγε κάτι, ενώ συνάμα του έκλεινε το μάτι, για να του δώσει να καταλάβει ότι εννοεί κάτι άλλο, πιο σημαντικό, που όμως δεν λέγεται, και το οποίο μπορούσε να είναι μέχρι και το αντίθετο του τι έλεγε, ο Σωκράτης επέμενε στο πρώτο επίπεδο, αρνιόταν πεισματωδώς να «μπει στο νόημα».

Μέχρι κι ο θάνατός του έχει αυτά τα χαρακτηριστικά. Οι Αθηναίοι τον καταδίκασαν εις θάνατον, ενώ του έκλειναν το μάτι, για να καταλάβει ότι δεν το εννοούν, ότι δεν έχει παρά να πάει στη Θήβα για μερικά χρόνια. Αυτός όμως τίποτα, εκεί. Πίνει το φαρμάκι διακηρύσσοντας την υποταγή του στους νόμους της πόλεως και συζητώντας με τους φίλους του.

Η πολιτική σκηνή είναι γεμάτη από ανθρώπους που μας κλείνουν το μάτι. Λένε: «Κάτω τα ρουσφέτια» και κλείνουν το μάτι, για να καταλάβουμε: «Ζήτω τα δικά μας ρουσφέτια, κάτω τα ρουσφέτια των άλλων». Λένε: «Πρέπει να πάψουν οι φωτιές στα δάση» και κλείνουν το μάτι για να καταλάβουμε: «Να μην πάψουν, για να συνεχιστεί η οικοπεδοποίηση». Λένε: «Τέρμα τα αυθαίρετα σπίτια» και κλείνουν το μάτι, για να καταλάβουμε: «Συνεχίστε, κι εμείς θα σας τα νομιμοποιούμε μετά». Λένε: «Θα ανοίξουμε τους λογαριασμούς Ελλήνων στην Ελβετία» και κλείνουν το μάτι, για να καταλάβουμε: «Σας προειδοποιούμε, για να πάτε τα λεφτά σας κάπου αλλού».

Η κατάσταση αυτή γεννά βέβαια τον αντίστοιχο κυνισμό. Ό,τι κι αν λέει κάποιος, οι πολλοί θεωρούν ότι συνάμα τους κλείνει το μάτι. Όταν ένας πολιτικός λέει: «Θέλω να πιάσω τους φοροφυγάδες», καταλαβαίνουν: «Θέλω να πιάσω τους φοροφυγάδες των άλλων, όχι τους δικούς μου», άλλοι καταλαβαίνουν: «Δεν θέλω να πιάσω κανένα φοροφυγά», άλλοι δεν διστάζουν να καταλάβουν: «Προτίθεμαι να προστατέψω τους φοροφυγάδες». Όταν ένας πολιτικός λέει: «Θέλω να σώσω το κοινωνικό κράτος», καταλαβαίνουν: «Θέλω να συνεχίσω να παίρνω προμήθειες και να ευνοώ τους φίλους μου», άλλοι καταλαβαίνουν: «Δεν θέλω να χάσω τις ψήφους των συντεχνιών», άλλοι δεν διστάζουν να καταλάβουν: «Θα καταστρέψω το κοινωνικό κράτος».

Ο κυνισμός, με τη σειρά του, έχει κάνει την πολιτική επικοινωνία αδύνατη. Δεν μπορείς να πεις: «Κάτω η φοροδιαφυγή», «Ζήτω το κοινωνικό κράτος», «Κάτω τα ρουσφέτια», «Κάτω η αυθαίρετη δόμηση», «Κάτω οι πυρκαγιές», «Κάτω η εξαγωγή των κεφαλαίων», και να πιστέψουν οι άλλοι ότι το εννοείς, ακόμη κι αν το εννοείς. Μας έφαγε η πολλή εξυπνάδα. Για να μας πιστέψουν, πρέπει λοιπόν να κάνουμε τους βλάκες. Να μας κλείνουν το μάτι και να μην μπαίνουμε στο νόημα. Να μας λένε «Το άσπρο είναι μαύρο» κλείνοντάς μας το μάτι κι εμείς να ρωτάμε αφελώς: «Τι εννοείς μ’ αυτό; Αφού το άσπρο είναι άσπρο, δεν είναι μαύρο».

Η υπόρρητη επικοινωνία δεν υπακούει σε κανόνες ορθολογικού επιχειρήματος. Ζητάει την πρόκληση όμοιας αντίδρασης σε άλλον και τον αποκλεισμό του τρίτου, που δεν «το πιάνει», ο οποίος θα γίνει έτσι το «κορόιδο», αυτός που «τα χάφτει». Όσοι θέλουν να μπορούν να προσφεύγουν σε ορθολογικά επιχειρήματα πρέπει να δείξουν ότι δεν μετέχουν σε αυτού του είδους την επικοινωνία, άρα να κάνουν τους βλάκες. Αυτό ακριβώς ήθελε ο Σωκράτης. Αυτό πρέπει σήμερα να θέλει η Αριστερά. Η Αριστερά πρέπει να εμφανισθεί ως συλλογικός Σωκράτης. Όσο η Αριστερά δέχεται να παίζει το παιχνίδι των άλλων, του «άλλα λέω κι άλλα εννοώ», χαμένη θα βγαίνει. 

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΦΑΡΑΚΛΑ – διδάσκει Πολιτική Φιλοσοφία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

www.avgi.gr

by Αντικλείδι , http://antikleidi.wordpress.com