Γιατί δίκαιο εμπόριο;

Ιστορικά ο όρος «δίκαιο εμπόριο» ενέχει πολλές σημασίες. Το Κίνημα Δίκαιου Εμπορίου ιδρύθηκε το 1881 στη Βρετανία με σκοπό τον περιορισμό των εξαγωγών από ξένες χώρες.

Στις ΗΠΑ επιχειρήσεις και σωματεία εργαζομένων χρησιμοποιούν νόμους «δίκαιου εμπορίου» για την ανέγερση αυτού που ο οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς αποκαλεί «συρματόπλεκτα εμπόδια στις εισαγωγές».

Αυτοί οι αποκαλούμενοι νόμοι αντι-ντάμπινγκ επιτρέπουν σε μια εταιρεία που υποψιάζεται έναν ξένο ανταγωνιστή ότι πωλεί ένα προϊόν κάτω του κόστους να ζητήσει από την κυβέρνηση την επιβολή ειδικών δασμών, που την προστατεύουν από «αθέμιτο» ανταγωνισμό.

Τέτοιου είδους μεσαιωνικές σκέψεις προστατευτισμού απείχαν από το νου των φιλάνθρωπων διοργανωτών του ετήσιου «Δεκαπενθήμερου Δίκαιου Εμπορίου» στη Βρετανία, στη διάρκεια του οποίου μόλις αγόρασα δύο πλάκες σοκολάτας δίκαιου εμπορίου και ένα βάζο φιστικοβούτυρο δίκαιου εμπορίου. Ο αξιέπαινος στόχος τους είναι να αυξήσουν την τιμή που καταβάλλεται στους αγρότες των αναπτυσσομένων χωρών για την παραγωγή τους, εξαιρώντας τα διογκωμένα κέρδη των μεσαζόντων, από τους οποίους εξαρτώνται για την προώθηση των αγαθών τους σε απομακρυσμένες αγορές. Προϊόντα δίκαιου εμπορίου, όπως κακάο, καφές, τσάι και μπανάνες δεν ανταγωνίζονται με την εγχώρια ευρωπαϊκή παραγωγή και γι’ αυτό δεν έχουν κίνητρο προστατευτισμού.

Το σύστημα λειτουργεί ως εξής: Σε αντάλλαγμα της καταβολής μιας εγγυημένης τιμής και εκπλήρωσης «των συμφωνηθέντων εργατικών και περιβαλλοντικών κριτηρίων» (κατώτατοι μισθοί, όχι εντομοκτόνα), οι αγροτικοί συνεταιρισμοί σε φτωχές χώρες λαμβάνουν ένα σήμα Δίκαιου Εμπορίου για τα προϊόντα τους, το οποίο εκδίδεται από τον Οργανισμό Σήμανσης Δίκαιου Εμπορίου (FAIRTRADE Labeling Organization). Η συγκεκριμένη πιστοποίηση δίνει τη δυνατότητα σε σούπερ-μάρκετ και άλλες εταιρείες λιανικής να πωλούν τα προϊόντα με κάποιο κέρδος. Οι αγρότες του τρίτου κόσμου εξασφαλίζουν αύξηση του εισοδήματος, ενώ οι καταναλωτές στον ανεπτυγμένο κόσμο έχουν την ευκαιρία να αισθανθούν ενάρετοι: ένας παραδεισένιος γάμος.

Το κίνημα δίκαιου εμπορίου, που ιδρύθηκε στη δεκαετία του ’80, μεγαλώνει με ταχείς ρυθμούς. Σε μια απόφαση-«σταθμός» το 1997 η Βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων αποφάσισε να σερβίρει αποκλειστικά και μόνο καφέ δίκαιου εμπορίου. Μέχρι τα τέλη του 2007 περισσότεροι από 600 οργανισμοί παραγωγών, εκπροσωπώντας 1,4 εκατ. αγρότες σε 58 χώρες, πωλούσαν προϊόντα δίκαιου εμπορίου. Σήμερα το 25% των συνολικών ποσοτήτων μπανάνας που πωλούνται στα σούπερ-μάρκετ της Βρετανίας πωλούνται με την ετικέτα Δίκαιο Εμπόριο (Fair Trade). Αλλά τα προϊόντα FAIRTRADE εκπροσωπούν ένα πολύ μικρό μερίδιο -συνήθως λιγότερο του 1%- των παγκόσμιων πωλήσεων κακάου, τσαγιού, καφέ κ.λπ.

Ο οικονομικός συλλογισμός για τις εγγυημένες τιμές είναι γνωστός: η σταθεροποίηση των τιμών για πρωτογενή προϊόντα, που υπόκεινται σε πολύ έντονες διακυμάνσεις, σταθεροποιεί το εισόδημα των παραγωγών. Το συγκεκριμένο επιχείρημα ενέπνευσε προτάσεις -με τις πιο γνωστές από τον Τζον Μέιναρντ Κέινς, το 1942- για τη δημιουργία «προστατευτικών αποθεμάτων» για τα βασικά εμπορεύματα, τα οποία απομακρύνουν μέρος της προσφοράς από την αγορά όταν μειώνονται οι τιμές και ενισχύουν την προσφορά όταν οι τιμές ανεβαίνουν. Η πρόταση του Κέινς δεν κατάφερε να φθάσει στη Συμφωνία του Μπρέτον Γουντς το 1944 και παρόλο που τα σχέδια για τη δημιουργία ειδικών αποθεμάτων επανήλθαν στο προσκήνιο στη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, τελικά δεν κατάφεραν να καθιερωθούν.

Οικονομολόγοι αριστερών πεποιθήσεων, όπως ο Ραούλ Πρεμπις, προώθησαν αργότερα τη θεωρία για τους «φθίνοντες όρους εμπορίου» των πρωτογενών προϊόντων: τη μακροπρόθεσμη τάση που έχουν οι τιμές τους να υποχωρούν σε σύγκριση με τις τιμές των αγαθών του μεταποιητικού τομέα. Η συγκεκριμένη τάση φαινόταν να ισχύει στα μέσα της δεκαετίας του ’80, καθώς οι παραγωγοί εμπορευμάτων βίωναν μια παρατεταμένη μείωση των τιμών. Παράλληλα, οι διακυμάνσεις των τιμών στη διάρκεια της δεκαετίας ήταν τεράστιες, με καταστροφικές συνέπειες στην υποσαχάριο Αφρική και άλλες αναπτυσσόμενες χώρες που εξαρτώνταν σε μεγάλο βαθμό από τα εμπορεύματα για τα εξαγωγικά τους κέρδη.

Από τότε, όμως, η διολίσθηση των τιμών έχει αντιστραφεί. Οι τιμές των διατροφικών εμπορευμάτων έχουν αυξηθεί κατά 150% από το 2001. Η συγκεκριμένη εξέλιξη έχει αυξήσει το εισόδημα των παραγωγών αγροτικών ειδών ανεξαρτήτως των προσπαθειών του κινήματος δίκαιου εμπορίου. Το επιχείρημα για τους «φθίνοντες όρους εμπορίου» έχει καταρρεύσει.

Αλλά οι τιμές πρωτογενών προϊόντων παραμένουν πολύ πιο ευμετάβλητες απ’ ό,τι οι τιμές μεταποιητικών αγαθών ή υπηρεσιών, προκαλώντας μεγάλες διακυμάνσεις και στο εισόδημα των παραγωγών. Αυτό διογκώνει τις συνέπειες μιας φούσκας. Κατά συνέπεια, το ζήτημα της σταθερότητας των τιμών δεν έχει διευθετηθεί.

Είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς πώς το κίνημα δίκαιου εμπορίου μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην επίλυση του προβλήματος, διότι η μόνη σοβαρή πολιτική για τη σταθεροποίηση του εισοδήματος των παραγωγών είναι ο έλεγχος της προσφοράς. Αλλά αυτό είναι πέραν του βασικού στόχου του δίκαιου εμπορίου.

Ο στόχος όλων των εκδοχών του δίκαιου εμπορίου είναι το «ελεύθερο εμπόριο» και οι πιο επιζήμιες επιθέσεις στο Δίκαιο Εμπόριο έχουν προέλθει από τους ανεξάρτητους επαγγελματίες. Στο «Αθέμιτο Εμπόριο», ένα φυλλάδιο που εκδόθηκε το 2008 από το Ινστιτούτο Ανταμ Σμιθ, ο Μαρκ Σίντγουελ υποστηρίζει ότι το Δίκαιο Εμπόριο κρατάει τους μη ανταγωνιστικούς αγρότες «καθηλωμένους» στις καλλιέργειές τους, εμποδίζοντας τη διαφοροποίηση και την αυτοματοποίηση. Σύμφωνα με τον Σίντγουελ, το πρόγραμμα Δίκαιου Εμπορίου μετατρέπει τις αναπτυσσόμενες χώρες σε χαμηλού κόστους, εντατικής εργασίας αγροτικά γκέτο, στερώντας από τις μελλοντικές γενεές την ευκαιρία για καλύτερη ζωή.

Και όλα αυτά χωρίς να συνυπολογίσει κανείς τις συνέπειες που έχει το Δίκαιο Εμπόριο στους φτωχότερους ανθρώπους στις χώρες αυτές -όχι τους αγρότες, αλλά τους περιστασιακούς εργάτες- που εξαιρούνται από το πρόγραμμα λόγω των δαπανηρών κανονισμών και εργατικών προδιαγραφών. Με άλλα λόγια, το Δίκαιο Εμπόριο προστατεύει τους αγρότες από τους ανταγωνιστές τους και από τους εργάτες στα χωράφια.

Οι καταναλωτές, όπως υποστηρίζει ο Σίντγουελ, εξαπατώνται με τον ίδιο τρόπο. Μόνο μια μικρή αναλογία -τόσο μικρή όσο 1%- του premium που καταβάλλουμε για μια μπάρα σοκολάτας δίκαιου εμπορίου θα φθάσει στους παραγωγούς κακάου. Ούτε το Δίκαιο Εμπόριο αποτελεί απαραιτήτως εγγύηση ποιότητας: επειδή οι παραγωγοί λαμβάνουν μια ελάχιστη τιμή για αγαθά δίκαιου εμπορίου, πωλούν το καλύτερο μέρος της σοδειάς τους στην ανοικτή αγορά.

Ομως παρά τα σαθρά οικονομικά του θεμέλια, το κίνημα δίκαιου εμπορίου δεν θα πρέπει να περιφρονηθεί. Παρόλο που οι κυνικοί λένε ότι το μόνο επίτευγμά του είναι το ότι κάνει τους καταναλωτές να αισθάνονται καλύτερα για τις αγορές τους -αντί να αγοράζουν συγχωροχάρτια από την Καθολική Εκκλησία- αυτό δεν ισχύει για το δίκαιο εμπόριο. Στην πραγματικότητα το κίνημα εκπροσωπεί μια «σπίθα» διαμαρτυρίας κατά του άσκοπου καταναλωτισμού, ριζικής αντίστασης κατά της απρόσωπης λογικής και μια έκφραση του συλλογικού ακτιβισμού. Αυτά τα επιχειρήματα δεν θα πείσουν τους οικονομολόγους, που προτιμούν μια πιο «στεγνή» συλλογιστική. Αλλά δεν είναι άτοπο να υπενθυμίσουμε στους εαυτούς μας ότι δεν χρειάζεται να περνάει πάντα το δίκιο οικονομολόγων και τεχνοκρατών.

ROBERT SKIDELSKY *

* O κ. Skidelsky, μέλος της Βρετανικής Βουλής των Λόρδων, είναι επίτιμος καθηγητής πολιτικής οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Warwick.

Copyright: Project Syndicate, 2012. www.project-syndicate.org

 Πηγή: έντυπη έκδοση ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗΣ

1 σχόλιοLeave a comment