Αρτεμισία Τζεντιλέσκι (1593-1653)

Ένας θαυμαστής της χαρακτήρισε το 1625 την Αρτεμισία Τζεντιλέσκι «εκπληκτική ζωγράφο, που είναι ευκολότερο να τη ζηλέψεις παρά να τη μιμηθείς». Τότε εκείνη ήταν ήδη διάσημη, αλλά για να φτάσει έως εκεί χρειάστηκε να ξεπεράσει όχι μόνο τις προκλήσεις μιας δημόσιας σταδιοδρομίας σ’ έναν ανδροκρατούμενο κόσμο, αλλά επίσης προσωπικές δυσκολίες και σκάνδαλα.

Σε αντίθεση με τις επιτυχημένες προδρόμους της, τη Λαβίνια Φοντάνα και τη Σοφονίσμπα Ανγκισόλα, οι οποίες προέρχονταν από καλλιεργημένες, εύπορες και προστατευτικές οικογένειες, η Αρτεμισία, η οποία έχασε τη μητέρα της στα 12 χρόνια της, ήταν ταπεινής καταγωγής και μεγάλωσε σε ένα σκληρό, συχνά βίαιο οικογενειακό περιβάλλον.

Το 1612, στα 18 της, πρωταγωνίστησε σε μια πολύκροτη δίκη για βιασμό η οποία εύκολα θα μπορούσε να την οδηγήσει στον εξοστρακισμό, εμποδίζοντάς την να εξασφαλίσει τις παραγγελίες που ήταν απαραίτητες αν ήθελε να σταδιοδρομήσει ως ζωγράφος.

Η Αρτεμισία όμως τα κατάφερε και αναδείχτηκε σε σημαντική φυσιογνωμία της τέχνης στην εποχή της. Τις τελευταίες δεκαετίες, το ενδιαφέρον για τη διασημότερη γυναίκα ζωγράφο της Αναγέννησης έχει αναζωπυρωθεί. Εργα της περιλαμβάνονται πολύ συχνά σε εκθεσιακά αφιερώματα στους αναγεννησιακούς ζωγράφους.

———

Η Αρτεμισία γεννήθηκε στη Ρώμη το 1593. Ο πατέρας της, ο Οράτιος, ήταν γιος ενός χρυσοχόου από την Τοσκάνη. Ταλαντούχος ζωγράφος, δίδαξε την τέχνη του στην κόρη του η οποία γρήγορα κατάφερε να «πιάσει» το στυλ του σε βαθμό που να υπάρχει σύγχυση μεταξύ των ειδικών για την αληθινή προέλευση ορισμένων έργων, χρονολογούμενων από τότε που εκείνη ήταν έφηβη. Ενας πίνακας-κλειδί (που δεν παρουσιάζεται σ’ αυτή την έκθεση) είναι το υπέροχο έργο «Η Σουζάνα και οι γέροντες» που ζωγραφίστηκε όταν η Αρτεμισία ήταν 17 ετών και που τώρα υπάρχει γενική συμφωνία ότι είναι δικό της. Για τη γυμνή φιγούρα, η Αρτεμισία σαφώς χρησιμοποίησε τον εαυτό της ως μοντέλο, όπως θα έκανε πολλές άλλες φορές στο μέλλον.

Τον Μάιο του 1611, ο Αγκοστίνο Τάσι, ένας καλλιτέχνης με τον οποίο συνεργαζόταν ο Οράτιος σε τοιχογραφίες στο παπικό Παλάτσο Κιρινάλε, βρήκε την Αρτεμισία να ζωγραφίζει μόνη της στο οικογενειακό σπίτι-ατελιέ και τη βίασε. Στη συνέχεια υποσχέθηκε να την παντρευτεί.

Ο Οράτιος είχε αρκετούς φίλους μειωμένης ηθικής -τουλάχιστον άλλος ένας είχε αποπειραθεί να βιάσει την Αρτεμισία- αλλά ο Τάσι είχε ένα ρεκόρ βίαιων εγκλημάτων που τα είχε διαπράξει σε άλλες ιταλικές πόλεις, και είχε περάσει ένα διάστημα στη φυλακή. Ανάμεσα στα εγκλήματα για τα οποία είχε κατηγορηθεί ήταν η αιμομειξία και η απόπειρα να σκοτώσει τη σύζυγό του, που ήταν πόρνη. Οταν αποκαλύφθηκε ότι η γυναίκα του ζει και ότι επομένως ο Τάσι δεν μπορούσε να παντρευτεί την Αρτεμισία, ο Οράτιος τον μήνυσε για βιασμό.

Αναξιόπιστη μάρτυρας

Αρχικά η δίκη όχι μόνο δεν συνέβαλε στην αποκατάσταση της τιμής της κόρης του αλλά την εξέθεσε σε πολλές ψευδείς κατηγορίες για ανηθικότητα. Εχοντας χάσει την παρθενιά της ενώ ήταν ακόμα ανύπαντρη, θεωρήθηκε ανήθικη και επομένως αναξιόπιστη μάρτυρας. Οταν όμως την ανέκριναν προκαλώντας της πόνο στα δάχτυλα, η κοπέλα επέμεινε στη μαρτυρία της. Ο Τάσι καταδικάστηκε σε εξορία, αλλά η ποινή δεν εκτελέστηκε.

Ο Οράτιος, ο οποίος είχε προσπαθήσει επανειλημμένα να αναγκάσει την κόρη του να μπει σε μοναστήρι, την πάντρεψε βιαστικά με έναν μεγάλης ηλικίας άντρα, τον Πιέτρο Στιατέζι. Λίγο μετά τον γάμο, το ζευγάρι έφυγε από τη Ρώμη και εγκαταστάθηκε στη Φλωρεντία.

Την περίοδο που προηγήθηκε, ο Οράτιος είχε επηρεαστεί από τον ανερχόμενο αστέρα της ζωγραφικής, τον Καραβάτζο, κάτι που με τη σειρά του επηρέασε τη ζωγραφική της Αρτεμισίας. Είναι όμως απίθανο να είχε δει η Αρτεμισία τον πίνακα του Καραβάτζο «Η Ιουδήθ αποκεφαλίζει τον Ολοφέρνη» προτού ζωγραφίσει, το 1612, την πρώτη εκδοχή της βιβλικής αυτής σκηνής που τόσο τολμηρά και εντυπωσιακά απέδωσε.

Η ακραία βία της Ιουδήθ

Οι μαρτυρίες στη δίκη του Τάσι δείχνουν ότι σπανίως επιτρεπόταν στην Αρτεμισία να βγαίνει από το σπίτι, ενώ ο Οράτιος, αρκετά περιθωριοποιημένος, δεν είχε δυνατότητες πρόσβασης στην καλλιτεχνική ελίτ της Ρώμης. Οπως κι αν είναι, ο πίνακας της Αρτεμισίας διαφέρει πολύ από του Καραβάτζο στην περιγραφή της δραματικής πάλης, στην οποία η υπηρέτρια της Ιουδήθ παίζει ενεργό ρόλο κρατώντας τον άγρια αντιστεκόμενο στρατηγό καθώς το σπαθί της ηρωίδας κόβει τον λαιμό του, με το αίμα να τρέχει στα σεντόνια του κρεβατιού. Το ότι η ακραία βία της σκηνής προέρχεται από την οργή της Αρτεμισίας για τον βιασμό της, όπως έχει υποστηριχθεί, είναι ευνόητο αλλά όχι αποδεδειγμένο.

Η πρώτη και η δεύτερη εκδοχή (που τη ζωγράφισε το 1620-21), αυτού που θα γινόταν ο πιο διάσημος πίνακάς της, είναι το πρώτο και το τελευταίο έργο που συναντά ο επισκέπτης στη διαδρομή της έκθεσης στο Μιλάνο. Οι πίνακες έχουν έλθει από τη Νάπολη ο πρώτος και από τη Φλωρεντία ο δεύτερος.

Η ζωή στη Φλωρεντία

Η μετακίνηση στη Φλωρεντία σημάδεψε το ξεκίνημα της ζωής της Αρτεμισίας ως ανεξάρτητης καλλιτέχνιδας. Ο θαυμασμός για το ταλέντο της ξεπέρασε το εμπόδιο της ταπεινής καταγωγής της και της έδωσε πρόσβαση σε κύκλους καλλιτεχνών και ανθρώπων του πνεύματος όπως αυτοί που συναντιούνταν στο σπίτι του Μπουοναρότι.

Εκεί γνώρισε όχι μόνο τον Γαλιλαίο και άλλες επιφανείς προσωπικότητες αλλά και τον Φραντσέσκο Μαρία ντι Νικολό Μαρίνγκι, ο οποίος έγινε ο ισόβιος εραστής και οικονομικός υποστηρικτής της. Το 1614, με την υποστήριξη ισχυρών συναδέλφων της και πλούσιων φιλότεχνων, η Αρτεμισία έγινε η πρώτη γυναίκα που ψηφίστηκε μέλος στην Ακαδημία Σχεδίου της Φλωρεντίας.

Παθιασμένη με τη ζωγραφική

Η Αρτεμισία απέκτησε τέσσερα παιδιά μέσα σε πέντε χρόνια, ωστόσο η μητρότητα δεν έσβησε το πάθος της για τη ζωγραφική. Τα φορτισμένα με έντονο ερωτισμό γυμνά της είχαν ίσως ένα πρόσθετο ατού, το ότι οι γυναικείες φιγούρες φαινόταν να της μοιάζουν, όπως συμβαίνει με τη «Δανάη», που ήρθε στο Μιλάνο από το Μουσείο του Σεντ Λούις.

Ηρωίδες της Βίβλου και της αρχαίας ιστορίας, γυμνές, μισόγυμνες ή με γενναιόδωρο ντεκολτέ -η Σουζάνα, η Ιουδήθ, η Βηθσαβέ, η Λουκρητία, η Κλεοπάτρα- ήταν το σήμα κατατεθέν της Αρτεμισίας. Η Μαρία Μαγδαληνή της, όπως αυτή στον πίνακα από το Παλάτσο Πίτι της Φλωρεντίας, ήταν από τις πιο αισθησιακές που έχουν ποτέ ζωγραφιστεί.

Η τήρηση των προσχημάτων και η πολυτελής διαβίωση οδήγησαν σε υπερβολικά χρέη, που ανάγκασαν τη ζωγράφο να φύγει στη Ρώμη το 1520. Εκεί βρήκε καινούργιους πάτρωνες. Οταν λίγα χρόνια μετά βρέθηκε στη Βενετία, είχε ήδη ανάμεσα στους βασιλικούς υποστηρικτές της τον βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Δ΄. Το 1630 πήγε στη Νάπολη, όπου ο αντιβασιλιάς Φερνάντο ντε Ριμπέρα αγόρασε πολλούς πίνακές της. Είχε επίσης μερικές σημαντικές εκκλησιαστικές παραγγελίες, ανάμεσά τους τα μεγάλα ταμπλό για τον καθεδρικό του Ποτσουόλι τα οποία παρουσιάζονται στην έκθεση.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1630 ταξίδεψε στο Λονδίνο, όπου ο Οράτιος ήταν ζωγράφος στην αυλή της βασίλισσας Ενριέτας από το 1626. Πιστεύεται ότι πήγε εκεί για να βοηθήσει τον ηλικιωμένο πατέρα της να τελειώσει μερικές νωπογραφίες οροφής στο μέγαρο της βασίλισσας στο Γκρίνουιτς.

Η Αρτεμισία Τζεντιλέσκι, η πρώτη γυναίκα ζωγράφος που διοικούσε μεγάλο ατελιέ με πολυάριθμους βοηθούς, πέρασε την υπόλοιπη ζωή της στη Νάπολη, μια πόλη που δεν της άρεσε πολύ, σύμφωνα με ορισμένα γράμματά της. Πέθανε εκεί το 1654.

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Συναφές: Κλοντ Μονέ