Της Ψυχής το Καταφύγιο

“Το παρακάτω κείμενο μου το εμπιστεύτηκε να το διαβάσω μια καλή και πολύτιμη φίλη, συνοδοιπόρος απ’ τα παλιά δύσκολα χρόνια μέχρι σήμερα (πάλι δύσκολα είναι τώρα αλλά λέμε…). Έγραψε αυτό που δεν γνωρίζω πως να το αποκαλέσω γιατί δεν είμαι ειδικός, είναι δοκίμιο, είναι διήγημα, είναι μυθιστόρημα ας επιλέξουν οι ειδικοί.

Έχει πόνο, μοναξιά αλλά κι αγάπη και στο τέλος  έχει μια ιδιαίτερα γλυκόπικρη αισιοδοξία(;), κυρίως όμως, έχει πολύ ανθρώπινο σπαραγμό. Εγώ το νιώθω όμορφο, τρυφερό, σκληρό και αληθινό και θέλησα να το μοιραστώ με όποιον έχει τη διάθεση. Έχω υποχρέωση να ενημερώσω ότι (για μένα) είναι αρκετά σκληρό έως σοκαριστικό, χρειάζεται λίγο “γερό στομάχι”!

Δεν ήταν εύκολο να αποσπάσω τη συγκατάθεσή της για τη δημοσίευσή του αλλά το αποφάσισε και την ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό. Το αγάπησα γιατί με συντάραξε, και βεβαίως δεν είμαι κριτικός, είμαι απλά αναγνώστρια και θέλω να βγει στο “φως” του διαδικτύου. Ελπίζω να σας συγκινήσει όσο με συγκίνησε.
… να είστε καλοί μαζί του, σας παρακαλώ, γιατί γράφτηκε με αγάπη.

…και καλό του ταξίδι

Τ η ς  Ψ υ χ ή ς  Τ ο  Κ α τ α φ ύ γ ι ο

της Κωνσταντίνας Χονδρογιάννη

Η νοσηρή δυσωδία σάπιου κρέατος σε συνδυασμό με την διάχυτη οσμή κοπράνων κι ούρων είχε εμποτίσει το μικρό σαλονάκι σε βαθμό που θα μπορούσε κυριολεκτικά να προκαλέσει ασφυξία σε ποντίκι. Παρ’όλα αυτά, ο Λου, ένα γέρικο γκριζομάλλικο σκυλί, σαν η όσφρηση του να είχε χάσει την φυσική της οξύτητα, κοιμόταν σε μια γωνιά του δωματίου κι ανέπνεε βαριά. Το ταβάνι φάνταζε σαν τοιχογραφία ζωγραφισμένη από ιστούς αράχνης και το πάτωμα είχε μετατραπεί σε μικρά μονοπάτια για κοπάδια μυρμηγκιών και κατσαριδών. Το δωμάτιο, κάπου σε μια μικρή πόλη της Αριζόνας, δεν ήταν βαριά επιπλωμένο. Αντιθέτως, υπήρχε μόνο ένα τραπεζάκι για την τηλεόραση, που ήταν ανοιχτή κατά την διάρκεια της ημέρας, δυο ξεχαρβαλωμένες καρέκλες, στοίβες από παλιά βιβλία κι ένα μικρό τραπέζι του καφέ τοποθετημένο δίπλα στο κεντρικό έπιπλο του δωματίου, έναν παλιό καναπέ που είχε αγοραστεί περίπου πριν 16 χρόνια σε κάποια υπαίθρια αγορά. Κάποτε το χρώμα του ήταν καφέ και το υλικό του δέρμα, αλλά τώρα το πλαστικό κάλυμμα έκρυβε την αυθεντική ταπετσαρία. Όσο για τα πόδια, δεν φαίνονταν πλέον, μιας και το βάρος τα είχε λιώσει σαν κεριά.

«Τι όμορφη μέρα!» είπε η Τόνυ και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Αν κι οι κουρτίνες ήταν μισόκλειστες, κάποιες αχτίδες του ανατέλλοντος ηλίου είχαν διεισδύσει το δωμάτιο και το είχαν ήδη φωτίσει. Ο Λου χασμουρήθηκε και νωχελικά σηκώθηκε από την γωνιά του, τέντωσε τα πίσω πόδια του και πλησίασε την κυρία του. Έβαλε την μουσούδα του στα γόνατα της και έγλειψε τα δάχτυλα της σαν να έψαχνε για κάτι φαγώσιμο. Εκείνη χάιδεψε το κεφάλι του και του ψιθύρισε γλυκόλογα. Αγαπούσε πολύ τον Λου, ήταν ο μοναδικός της σύντροφος άλλωστε τα τελευταία έξι χρόνια της ζωής της. Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, έπιασε το τηλεκοντρόλ από το μπράτσο του καναπέ κι άνοιξε την τηλεόραση.

«Πεινάς αγόρι μου;» τον ρώτησε και συνέχισε «Κάνε υπομονή. Πολύ σύντομα η Μαίρη θα έρθει και θα φέρει το πρωινό μας.»

Δεν πέρασε ούτε λεπτό από την στιγμή που άρθρωσε αυτές τις κουβέντες κι η Μαίρη, ένα νεαρό κορίτσι κάπου στα 20 και προμηθευτής της Τόνυ, μπήκε στο σπίτι με ψώνια στα χέρια. Ήταν πάντα τόσο ακριβής κι η Τόνυ αισθανόταν τόσο τυχερή που την είχε βρει από εκείνη την αγγελία όταν έψαχνε κάποιον να της κάνει τα ψώνια χρόνια πριν. Κάποιος θα έλεγε ότι είχε προβλέψει την τωρινή της κατάσταση κι είχε πάρει τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσει την επιβίωση της.

Έξι ολόκληρα χρόνια είχαν περάσει από την τελευταία φορά που είχε βγει από το σπίτι ή είχε σηκωθεί από τον καναπέ. Η ακινησία σε συνδυασμό με το βάρος των 190 κιλών είχαν σαν αποτέλεσμα κυριολεκτικά να την καθηλώσουν στο παλιό αυτό έπιπλο, σαν να ήταν δέσμια του, κάποτε δερμάτινου, καναπέ. Το δέρμα των γοφών της και χαμηλά της πλάτης μαζί με το πίσω μέρος των μπράτσων της είχε διαπεράσει το πλαστικό κάλυμμα και στην κυριολεξία είχε γίνει ένα με τον καναπέ. Δεν ένιωθε καθόλου πόνο, αρκεί να μην έκανε απότομες κινήσεις. Το σώμα της πλέον είχε προσαρμοστεί μηχανικά στο εύρος των εφικτών κινήσεων της. Για καλή της τύχη, η παλιά φίλη και γειτόνισσα της, Τερέζα, την επισκεπτόταν σχεδόν καθημερινά, έκανε κάποιες δουλειές, οι οποίες στην ουσία ήταν να κυνηγάει τις κατσαρίδες και να ανοίγει τα παράθυρα ώστε να αερίζεται το σπίτι, και φρόντιζε την προσωπική υγιεινή της Τόνυ, τουλάχιστον όσο της επέτρεπαν οι συνθήκες δεδομένου ότι το μισό της σώμα ήταν κολλημένο στον καναπέ. Η Τερέζα ήταν καλή φίλη, αλλά η στάση της δεν ήταν μόνο αλτρουιστική. Η Τόνυ της έδινε ένα μηνιαίο χαρτζιλίκι και την είχε ορκίσει να μην καλέσει ποτέ ούτε την αστυνομία ούτε κανένα γιατρό. Χωρίς δεύτερη σκέψη, η Τερέζα είχε σεβαστεί την επιθυμία της. Εξ’αιτίας της κατάστασης της καρδιάς της, δεν μπορούσε να δουλέψει κι αυτή ήταν ίσως η μοναδική δουλειά που θα μπορούσε να αναλάβει. Επιπλέον, ήταν τόσο οικονομικά ανήμπορη που δεν είχε την πολυτέλεια να απορρίψει την πρόταση της Τόνυ. Δεν ήταν όμως μόνο αυτό. Η αλήθεια είναι ότι σεβόταν απεριόριστα την Τόνυ παρά την κατάσταση της. Ήταν φίλες από την πρώιμη παιδική τους ηλικία. Είχαν γεννηθεί στην ίδια γειτονιά κι ήταν μαζί στο σχολείο από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Η Τόνυ την θεωρούσε την αδερφή που ποτέ δεν είχε κι η Τερέζα πάντα θαύμαζε την Τόνυ με ιδιαίτερη ευλάβεια. Πράγματι, κάποιες φορές έμοιαζε σαν θεά κι ο καναπές ήταν ο βωμός της. Αν κι είχε μόνο τον Λου να την λατρεύει, ήταν σαφές ότι εκείνη ένιωθε ικανοποίηση.

Η Μαίρη χαιρέτισε την Τόνυ ξεψυχισμένα, τοποθέτησε βιαστικά τις σακούλες δίπλα στον καναπέ και γέμισε τις κανάτες του νερού που ήταν στο τραπεζάκι. Η Τόνυ άνοιξε ένα πακέτο με ντόνατς και με μια μπουκιά καταβρόχθισε ένα σοκολατένιο. Σε κάποια φάση, το φαγητό της πρόσφερε παρηγοριά και λειτουργούσε σχεδόν καταπραϋντικά. Πλέον, ήταν απλά φαγητό. Η όρεξη της δύσκολα έφτανε σε κορεσμό κι η Τόνυ είχε πλέον παραδοθεί στο σαρκικό της πάθος. Ο Λου πλησίασε τον καναπέ με την ελπίδα να πάρει μεζεδάκι κι η κυρά του δεν τον απογοήτευσε. Άλλωστε, υπήρχαν μπόλικα καλούδια και για τους δυο.

Η Τόνυ ένιωθε ευγνώμων που είχε στην ζωή της την Μαίρη και την Τερέζα. Αν κι είχε μείνει τελείως μόνη μετά τον θάνατο των γονιών της, δεν παραπονιόταν. Η μοναξιά ήταν κάτι που είχε επιλέξει κι απολάμβανε, της παρείχε ασφάλεια. Πριν φύγει η Μαίρη, της ανακοίνωσε ότι είχε βρει μια καινούρια δουλειά, πλήρους απασχόλησης αυτήν την φορά, κι ότι δεν θα μπορούσε να της κάνει πλέον τα ψώνια. Η Τόνυ δεν ανησύχησε ούτε στιγμή. Θα έβρισκε βοηθό σε χρόνο μηδέν, αφού αυτό το πόστο πληρωνόταν πολύ γενναιόδωρα. Χάρη στους γονείς της που της είχαν αφήσει ένα αξιοσέβαστο μηνιαίο εισόδημα, η οικονομική της ανεξαρτησία ήταν εξασφαλισμένη.

Χιλιάδες μίλια μακριά, η Έριν έδεσε τα κορδόνια της σφιχτά, έπιασε κοτσίδα τα μακριά της μαλλιά και κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά για να ξεκινήσει την καθημερινή της προπόνηση. Έκανε σκληρή προπόνηση, επειδή είχε στόχο να σπάσει το προσωπικό της ρεκόρ στο τρέξιμο. Αν τα κατάφερνε, θα την δέχονταν στο Μπέρκλι με υποτροφία και τότε θα πραγματοποιούσε όλες τις φιλοδοξίες της. Το σχέδιο της ήταν απλό, αλλά πολύ καλά οργανωμένο. Θα σπούδαζε κοινωνιολογία ως πρώτο πτυχίο και στην συνέχεια θα έκανε ένα μεταπτυχιακό στις Αφρικάνικες κουλτούρες με κατάληξη ένα διδακτορικό που θα το πραγματοποιούσε μέσα από αναρίθμητα ταξίδια σε χώρες της Αφρικής. Διακαής της πόθος ήταν να διεξάγει ανθρωπολογική έρευνα σε διαφορετικές φυλές, έτσι ώστε να κατανοήσει και να προβάλλει την μοναδικότητα τους. Το σχέδιο της απαιτούσε σκληρή δουλειά, αλλά ήταν εφικτό.

Αμέσως μόλις έφτασε στο πάρκο, απογοητεύτηκε. Η βροχή των προηγούμενων ημερών είχε αφήσει το έδαφος λασπώδες και γλιστερό, με αποτέλεσμα να μην της επιτρέπει να προκαλέσει την επίδοση της. Παρ’όλα αυτά, αποφάσισε να μείνει για χάρη της προπόνησης και μόνο. Την στιγμή που ξεκίνησε να τρέχει, άκουσε φωνές παιδιών που έπαιζαν με τα ποδήλατα τους. Η Έριν γύρισε το κεφάλι της να ψάξει από πού έρχονται οι φωνές και πριν καλά-καλά το συνειδητοποιήσει, το πόδι της σκόνταψε σε μια εξωτερική ρίζα ενός δέντρου. Σε κλάσματα δευτερόλεπτου, κατάφερε να κρατήσει την ισορροπία της και να μην πέσει κάτω, αλλά για κακή της τύχη η ολισθηρότητα του εδάφους λειτούργησε εις βάρος της. Γλίστρησε για κάμποσα μέτρα, έπεσε κάτω στραμπουλίζοντας το δεξί της πόδι και συνέχισε να σέρνεται στο έδαφος μέχρι κάποιο δέντρο να σταματήσει την φόρα της. Ευθύς αμέσως, η Έριν αγκάλιασε το πόδι της, ενώ ο μορφασμός του προσώπου της μαρτυρούσε τον πόνο που ένιωθε. Στάθηκε έτσι για λίγη ώρα και δάκρυα τόσο σωματικής όσο συναισθηματικής οδύνης και δυσφορίας έτρεχαν στα μαγούλα της. Κυρίως, έκλαιγε για την πιθανότητα να μην πραγματοποιήσει τους στόχους της. Ήταν ξεκάθαρο πως αν τραυματιζόταν, θα έπρεπε να αποχαιρετίσει το όνειρο του Μπέρκλι κι ό,τι ήλπιζε να πετύχει. Δεν υπήρχαν εναλλακτικές. Θα ήταν άχρηστη, με λίγα λόγια μια αποτυχημένη.

Μόλις συνήλθε, τηλεφώνησε στην μητέρα της η οποία έτρεξε στο πάρκο για να την πάει στον γιατρό. Όπως ήταν αναμενόμενο, η Έριν υπέφερε από σοβαρό διάστρεμμα στον αστράγαλο της κι ο γιατρός σύστησε δυο βδομάδες ξεκούρασης. Αυτό φυσικά θα πήγαινε πίσω την προπόνηση της και μοιραία την επίδοση της. Η μητέρα της έκανε νύξεις για υποτροφίες άλλων πανεπιστημίων. Η Έριν όμως ήταν απόλυτη: είτε το Μπέρκλι είτε τίποτα.

Η Τόνυ αισθανόταν τόσο τυχερή που η αγγελία της είχε λάβει τόσο μεγάλη ανταπόκριση. Αν κι οι περισσότεροι ενδιαφερόμενοι είχαν έρθει και φύγει με εμφανή αηδιασμένα πρόσωπα, η Τόνυ επέλεξε να αγνοήσει το γεγονός και να προχωρήσει στον επόμενο. Με την βοήθεια της Τερέζας που άνοιγε την πόρτα, ένα κορίτσι μπήκε στο σπίτι. Στο πρόσωπο της ήταν ζωγραφισμένος ο φόβος, αλλά η Τόνυ δεν έδωσε σημασία. Η ίδια αισθανόταν εκτεθειμένη και κατά κάποιον τρόπο παραβιασμένη, μιας και το κορίτσι ήταν μια άγνωστη μέσα στο σπίτι της. Παραδόξως, πολύ γρήγορα ένιωσε άνετα στην παρουσία του κοριτσιού.

Εκείνη ήταν όμορφη και φαινόταν καλόκαρδη. Γύρω στα 18, φορούσε σορτς και σανδάλια και τούφες από τα μακριά ξανθά μαλλιά της έπεφταν στο πρόσωπο της. Απέφευγε να κοιτάζει την μάζα λίπους και δέρματος, αυτό το αξιοθρήνητο θέαμα. Η Έριν ένιωθε ότι θα κάνει εμετό, αλλά αν δεν κρατιόταν, θα έφερνε σε δύσκολη θέση την γυναίκα που καθόταν απέναντι της. Χωρίς πολλή σκέψη, η Τόνυ θα αντιλαμβανόταν ότι ήταν εκείνη που της προκάλεσε αηδία κι αυτό θα ήταν απολύτως ταπεινωτικό. Επομένως, η Έριν έριξε το βλέμμα της στον Λου, ο οποίος ήταν ξαπλωμένος στην γνωστή του γωνιά, και προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία της και το στομάχι της ήσυχο.

«Από πού κατάγεσαι Έριν;» ρώτησε η Τόνυ.

«Από την Φλόριντα.» απάντησε η Έριν.

«Σπουδάζεις;»

«Μόλις τελείωσα το λύκειο. Το πανεπιστήμιο δεν είναι για μένα. Δεν είμαι αρκετά καλή.»

«Οk. Αυτό που θα έχεις να κάνεις είναι να πηγαίνεις στα καταστήματα ή στο σούπερμαρκετ και να κάνεις τα ψώνια μου. Θα σου δίνω την παραγγελία μου τηλεφωνικώς και θα έρχεσαι τρεις φορές την βδομάδα. Πρόσεξε, αν νομίζεις ότι δεν θα μπορέσεις να αντεπεξέλθεις στις υποχρεώσεις σου με όση το δυνατόν συνέπεια κι ακρίβεια, πες το τώρα και δεν θα ‘χω πρόβλημα.»

«Είναι όλα εντάξει. Θα τα καταφέρω.»

«Είσαι απολύτως σίγουρη;»

Η Έριν έγνεψε καταφατικά και κοίταξε την Τόνυ. Η πρώτη εντύπωση αηδίας είχε διαλυθεί. Λυπόταν για την κατάσταση της, ταυτόχρονα όμως καταλάβαινε ότι αυτή η γυναίκα ήταν δέσμια του σώματος της. Αν και λίγο πριν την ηλικία των 30, έμοιαζε μεγαλύτερη από 40. Το πρόσωπο της, αν και παραμορφωμένο από το πάχος, αποκάλυπτε ότι η Τονυ ήταν κάποτε ένα όμορφο κορίτσι. Τα καφέ της μάτια που άστραφταν με τις μακριές πυκνές μαύρες βλεφαρίδες φανέρωναν την καλή της καρδιά. Κι αυτό ήταν όλο που η Έριν είχε ανάγκη να νιώσει.

Βδομάδες πέρασαν και η συνεργασία μεταξύ των δυο κοριτσιών πήγαινε πολύ καλά. Η Έριν αποδείχτηκε μια πολύ αξιόπιστη βοηθός κι η Τόνυ το εκτιμούσε ιδιαίτερα. Δεν ήταν όμως μόνο αυτό. Η επαγγελματική τους σχέση εξελίχθηκε σε πιο προσωπική. Η Έριν άρχισε να επισκέπτεται την Τονυ περισσότερες από τρεις φορές την βδομάδα για να παίρνει τις παραγγελίες αυτοπροσώπως. Κάνανε συζητήσεις για ποικίλα θέματα, αλλά όταν η συζήτηση έφτανε σε προσωπικές φιλοδοξίες σχετικά με σπουδές και πανεπιστήμια, η Τόνυ άλλαζε το θέμα. Η Έριν, από την άλλη, είχε νιώσει εμπιστοσύνη κι είχε μοιραστεί με την Τόνυ την ιστορία του τραυματισμού της και της αποτυχίας της να πάει στο Μπέρκλι. Περιέγραψε την πορεία που είχε κάνει τους τελευταίους μήνες, πώς μάζεψε τα πράγματα της, πήρε το αυτοκίνητο κι έφυγε και πώς είχε περιπλανηθεί σε διαφορετικές πολιτείες πριν φτάσει στην Αριζόνα. Ήταν μια περιπέτεια, αλλά για την Έριν δεν ήταν διόλου αυτό. Αντιθέτως, ήταν η απόδραση από όλα όσα της θύμιζαν την αποτυχία της και τα χαμένα όνειρα της. Αυτό που επιθυμούσε ήταν να ξεχάσει τον παλιό της εαυτό κι απλά να υπάρχει. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού της, έκανε διάφορες χαζοδουλειές για να βγάζει τα έξοδα της, το λογαριασμό του εκάστοτε μοτέλ δηλαδή και του φαγητού της. Δεν ήξερε ποτέ θα γυρνούσε πίσω, ίσως ποτέ. Η μητέρα της όλον αυτόν τον καιρό ανησυχούσε για εκείνη και στενοχωριόταν, όμως η Έριν ένιωθε τόσο άσχημα που δεν άντεχε να γυρίσει και να ξεκινήσει από την αρχή. Η Τόνυ την άκουγε προσεχτικά καθώς η Τερέζα μπήκε στο σπίτι για μια από τις προγραμματισμένες συναντήσεις τους. Περπατούσε αργά, μιας και τις τελευταίες μέρες ένιωθε εξαντλημένη. Η καρδιά της είχε αρχίσει να της δημιουργεί πρόβλημα ακόμη και στις απλές καθημερινές τις ασχολίες. Το γνώριζε καλά, αλλά δεν έλεγε κουβέντα στην Τόνυ. Δεν ήθελε να την ανησυχήσει. Αντ’αυτού, δεν έχανε το κέφι της και προσπαθούσε να ζει την κάθε μέρα ξεχωριστά. Κατά την είσοδο της στο σπίτι, άκουσε τυχαία την συζήτηση τους κι είπε:

«Ώστε μιλάτε για τις φοιτητικές σας φιλοδοξίες, κορίτσια ε; Αχ, Τόνυ, πόσο ζήλευα πάντα τα δικά σου όνειρα!»

«Σταμάτα σε παρακαλώ Τερέζα. Όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν.»

«Δηλαδή έχεις σπουδάσει Τόνυ;» ρώτησε η Έριν κυριευμένη από ακατανίκητη περιέργεια.

«Αχ, όχι. Δεν σπούδασε τελικά. Αλλά ονειρευόταν να ταξιδέψει σε όλον τον κόσμο.» συνέχισε η Τερέζα.

«Τερέζα, αρκετά! Δεν θέλω να συζητάω αυτό το θέμα. Ό,τι έγινε, έγινε.»

Με μιας, σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο. Μονάχα ο Λου γάβγισε κάνα δυο φορές, λες κι ήθελε να διαλύσει την ένταση. Η Τερέζα δεν ξαναείπε κουβέντα, κατέβασε το κεφάλι και κοίταξε νευρικά τα πόδια της. Ζήτησε συγνώμη χαμηλόφωνα και με αργές κινήσεις προχώρησε στο μπάνιο για να ετοιμάσει το νερό και το σαπούνι. Η Έριν είχε μείνει άφωνη, σηκώθηκε από την καρέκλα, είπε αντίο κι έφυγε.

Την επόμενη μέρα, καθώς η Τερέζα έξυνε την μούχλα που είχε πιάσει ο νεροχύτης της κουζίνας, χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Έβγαλε τα γάντια που φορούσε, αναστέναξε βαριά και σιγά-σιγά πήγε προς την πόρτα. Ήταν η Έριν που είχε έρθει να μάθει αν η Τόνυ ένιωθε καλύτερα. Η Τερέζα της είπε να περάσει μέσα και της πρόσφερε καφέ. Κάθισαν στην κουζίνα όπου ο άντρας της Τερέζας, ο Εντ, ξεφύλλιζε μια εφημερίδα. Ο Εντ είχε το παρουσιαστικό ενός ταλαίπωρου κι άψυχου τυπάκου, λες κι η ζωή η ίδια τον είχε εξαντλήσει. Εργαζόταν σε ένα εργοστάσιο και περνούσε τον υπόλοιπο χρόνο της ημέρας σπίτι με την Τερέζα. Ήταν ζευγάρι από το σχολείο κι είχαν παντρευτεί αμέσως μετά την αποφοίτηση τους. Παρά την αδυναμία της να κάνει παιδιά, ο Εντ την λάτρευε κι είχε αποδεχτεί το γεγονός να είναι μόνο οι δυο τους. Ήταν κι οι δυο αγαθοί και καλοπροαίρετοι άνθρωποι κι η Έριν αισθανόταν άνετα στο σπίτι τους.

Η Τερέζα της είπε ότι η Τονυ ήταν μια χαρά. Απλά ήταν μια δύσκολη μέρα για εκείνη εξ’αιτίας του κακού καιρού. Η Έριν επέμεινε να μάθει για το παρελθόν της Τόνυ και, πιο συγκεκριμένα, τον λόγο που δεν σπούδασε τελικά. Ήταν προφανές ότι αυτή η συζήτηση δημιουργούσε αμηχανία στην Τερέζα. Κοίταξε επίμονα τον Εντ, ο οποίος δεν έβγαλε μιλιά, κι είπε:

«Τίποτα σημαντικό. Απλά, οι γονείς της ήταν πολύ φτωχοί και δεν μπορούσαν να πληρώσουν τα δίδακτρα του πανεπιστήμιου. Έριν, άστο καλύτερα. Αυτό το θέμα είναι πολύ δυσάρεστο για την Τόνυ.»

Η Έριν σώπασε και σκέφτηκε ότι η Τερέζα κάτι έκρυβε. Ήταν ξεκάθαρο ότι η Τόνυ δεν προερχόταν από οικογένεια με οικονομική στενότητα. Τα χρήματα που πληρωνόταν η ίδια για τις υπηρεσίες της ήταν υπερβολικά καλά. Όχι, ο λόγος που δεν σπούδασε δεν ήταν επειδή οι γονείς της δεν είχαν χρήματα. Ήταν σίγουρα κάτι άλλο το οποίο ένιωθε ότι την συνδέει με την Τόνυ. Η σκέψη ότι αυτό που εμπόδισε την Τονυ είναι σχετικό με την δική της ιστορία πέρασε από το μυαλό της. Παρ’όλα αυτά, επειδή σεβόταν την Τερέζα, δεν αναφέρθηκε άλλο στο θέμα.

Με το που έφυγε η Έριν, ο Εντ ακούμπησε την εφημερίδα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και κοίταξε την Τερέζα.

«Μην αρχίζεις Εντ!» είπε η Τερέζα γνωρίζοντας που θα πήγαινε την συζήτηση ο άντρας της.

«Πόσο καιρό ακόμη πιστεύεις ότι πρέπει να την αφήνουμε να ζει έτσι;» είπε ο Εντ και συνέχισε «Είναι φίλη σου και δεν της αξίζει να ζει σε υπό αυτές τις συνθήκες. Πάει πολύς καιρός τώρα. Φτάνει!»

«Εντ, επειδή είναι φίλη μου οφείλω να σεβαστώ την επιθυμία της.» απάντησε η Τερέζα.

«Καλά, καλά. Αν όμως κάτι συμβεί σε σένα ή σε μένα; Τότε, τι θα γίνει; Ποιος θα την φροντίσει;»

«Έχω αναλάβει αυτήν την κατάσταση από τότε που πέθαναν οι γονείς της και θα συνεχίσω όσο μου το επιτρέπουν οι δυνάμεις μου.»

«Γιατί δεν λες στο κορίτσι τι συνέβη; Μου φαίνεται καλή κοπέλα και θα μπορούσε να σε βοηθήσει με την Τόνυ. Ξέρεις καλά ότι εγώ δεν μπορώ να κάνω πολλά, αλλά ανησυχώ για σένα κι επιπλέον λυπάμαι πολύ για την Τόνυ. Άλλωστε, όλοι μαζί μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά. Ακόμα την θυμάμαι πώς έτρεχε όταν κυνηγούσαμε ο ένας τον άλλον. Πόσο γρήγορη ήταν!»

«Όχι Εντ! Αποκλειστικά και μόνο η Τόνυ θ’αποφασίσει με ποιον θα μοιραστεί την ιστορία της. Δεν θα την προδώσω ποτέ κι εσύ φρόντισε να μην πεις κουβέντα.»

«Αγάπη μου, δέκα χρόνια είναι πολύς καιρός. Πρέπει με κάποιον τρόπο να συνέλθει κι εσύ πρέπει να κανείς κάτι γι’αυτό πριν είναι αργά και για τις δυο σας.»

«Νομίζεις δεν το ξέρω; Δεν μπορώ όμως να την βοηθήσω αν δεν θέλει η ίδια να βοηθήσει τον εαυτό της. Όσο για μένα, μην ανησυχείς. Αισθάνομαι πολύ καλά και δεν σκοπεύω να πάω πουθενά για πολύ καιρό ακόμα.»

«Είναι κρίμα πάντως. Είχε τόσα πολλά να ζήσει.» είπε ο Εντ υποτακτικά πλέον.

«Όντως! Τόσα πολλά…» είπε η Τερέζα ανασταίνοντας βαριά.

Το ίδιο βράδυ, η Τερέζα πήγε να δει την Τόνυ. Την ενημέρωσε για την επίσκεψη της Έριν και μοιράστηκε τις ανησυχίες της για την υγεία της Τόνυ.

«Νομίζω πως πρέπει να σε δει γιατρός. Ανησυχώ…Αν κάτι σου συμβεί όταν δεν θα είμαι κοντά σου, τι θα γίνει;»

«Γλυκιά μου Τερέζα… πάντα ανησυχείς! Δεν χρειάζεται. Είμαι καλά, ασφαλής κι έχω εσένα να ευγνωμονώ.»

«Δεν σου λείπει ο έξω κόσμος; Να κάνεις μία βόλτα; Κάποτε ξεχείλιζες από ζωή και δεν άντεχες να μένεις στο ίδιο σημείο ούτε λεπτό.» είπε η Τερέζα με πρόσωπο χλωμό σαν πανί.

«Καθόλου! Μου αρέσουν όπως είναι τα πράγματα. Έχω την τηλεόραση για να βλέπω τον χαμό που επικρατεί εκεί έξω κι έχω τον Λου, εκτός από σένα, για να παίρνω αγάπη. Το ξέρεις πως πάντα σε θεωρούσα οικογένεια μου. Παρεμπιπτόντως, εσύ πώς είσαι; Δεν μου φαίνεσαι ο εαυτός σου τον τελευταίο καιρό.»

«Ξέρεις…τα γνωστά… Τίποτα για ν’ανησυχείς.»

Μέρες, βδομάδες, μήνες πέρασαν. Η Έριν συνέχισε τα επαγγελματικά της καθήκοντα όπως πάντα, ενώ η Τόνυ κράτησε μια πιο τυπική στάση. Μόνο ο Λου την υποδεχόταν χαρούμενος κουνώντας την ουρά του. Η Τόνυ έτρεμε το ενδεχόμενο η Έριν να κάνει κάποια νύξη για το παρελθόν της. Της είχε πάρει χρόνια για να ξεπεράσει ό,τι είχε συμβεί και τώρα αυτό το κορίτσι προσπαθούσε να σκαλίσει ό,τι είχε σχεδόν ξεχαστεί. Η Έριν αντιλαμβανόταν την αλλαγή στην συμπεριφορά της Τόνυ, αλλά το αποδεχόταν αδιαμαρτύρητα. Γνώριζε ότι θα χρειαζόταν χρόνος για να ανακτήσει την εμπιστοσύνη της.

Μια από τις κανονισμένες Πέμπτες, η Έριν πήγε να αφήσει τα ψώνια. Αμέσως μόλις μπήκε στο σπίτι, κατάλαβε ότι κάτι είχε γίνει. Η τηλεόραση ήταν κλειστή κι η Τονυ στο γνωστό της σημείο με μονή διαφορά ότι το κεφάλι της είχε γείρει στον δεξί της ώμο. Το θέαμα αυτό τρόμαξε την Έριν. Βιαστικά τοποθέτησε τις σακουλές στο πάτωμα και πλησίασε την Τόνυ.

«Τόνυ! Τόνυ! Τι συμβαίνει; Είσαι καλά; Τι έγινε;»

«Η Τερέζα πέθανε! Χθες το βράδυ, υπέστη καρδιακή προσβολή.»

Η Έριν έμεινε ακίνητη κι ένιωσε δάκρυα να κυλάνε στα μάγουλα της.

«Η φίλη μου, η αδερφή μου, η Τερέζα μου πέθανε. Η μοναδική μου οικογένεια χάθηκε. Είμαι μόνη μου τώρα, Έριν.»

«Όχι, δεν είσαι. Θα σε φροντίζω εγώ.»

«Όχι! Πρέπει να φύγεις, να σπουδάσεις, να ΖΗΣΕΙΣ! Κυνήγησε τα όνειρα σου και σταμάτα να τα κάνεις ακατόρθωτα. Αν δεν είναι στο Μπέρκλι, θα είναι κάπου αλλού.»

«Όχι!» φώναξε η Έριν. «Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να μου λες τι θα κάνω! Δεν είσαι η μάνα μου!»

«Θες να καταντήσεις σαν και μένα; Θες; Άκουσε με προσεκτικά, κοπέλα μου! Δεν έγινα το τέρας που βλέπεις σήμερα, επειδή μου άρεσε πολύ τα φαγητό. Αυτό που βλέπεις μπροστά σου δεν είναι αποτέλεσμα λαιμαργίας.» η Τόνυ πλέον ούρλιαζε κι έκλαιγε με λυγμούς.

«Δεν είσαι τέρας Τόνυ.» κατάφερε να ψελλίσει η Έριν μέσα από αναφιλητά.

«Είμαι αυτό που είμαι επειδή δεν κατάφερα να διαχειριστώ αυτά που μου έφερε η ζωή. Μην δειλιάζεις! Είσαι δυνατή! Αποδέξου λοιπόν ότι η ζωή θα έχει πολλά εμπόδια. Στο χέρι σου είναι να τα αντιμετωπίσεις και να τα ξεπεράσεις.»

«Δεν είμαι δειλή. Μόνο ανίκανη. Σ’ένα πράγμα ήμουν καλή κι αυτό το έχασα μέσα από τα χέρια μου.»

«Το τρέξιμο δεν είναι το μόνο που ξέρεις καλά να κάνεις. Πίστεψε με! Ο τραυματισμός σου ήταν απλά μια αναποδιά σε όλα αυτά που μπορείς να πετύχεις.»

«Τι συνέβη, Τόνυ;» αιφνίδια ρώτησε η Έριν. «Αν θες να πιστέψω λέξη από όλα αυτά που μου λες, πρέπει να μου πεις τι σταμάτησε τα δικά σου όνειρα και σε καθήλωσε σε αυτόν τον καναπέ.»

Με υγρά μάτια, η Τόνυ την κοίταξε κι είπε: «Θες πραγματικά να μάθεις;»

Η Έριν έγνεψε καταφατικά.

Εκείνη η τρομερή μέρα, η τραγική μέρα που είχε προσπαθήσει διακαώς να αποβάλλει από την σκέψη της πέρασε μπροστά από τα μάτια της. Ως νεαρό κορίτσι, είχε τόσες φιλοδοξίες. Τα είχε όλα σχεδιάσει επιμελώς. Θα έπαιρνε το πτυχίο της στις πολιτισμικές σπουδές και μετά θα όργωνε όλη την υφήλιο για να εξετάσει κουλτούρες σε μέρη που δεν βρίσκονταν καλά-καλά ούτε στον χάρτη. Αδημονούσε να ανακαλύψει άγνωστους κόσμους. Αυτά που μάθαινε στο σχολείο δεν αρκούσαν. Λαχταρούσε το άγνωστο και τίποτα δεν θα στεκόταν εμπόδιο στα σχέδια της. Δεν είχε φόβο, μόνο λαχτάρα. Μέχρι εκείνη τη μέρα, τη συνταρακτική μέρα…

Ήταν η τελευταία χρονιά του λυκείου κι επιτέλους η μέρα του ετήσιου χορού είχε έρθει. Το γεγονός αυτό άφηνε την Τόνυ σχεδόν αδιάφορη, μιας και γνώριζε καλά ότι τα αγόρια και τα πάρτι θα ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της φοιτητικής της ζωής και, συνεπώς, θα τα απολάμβανε στην πορεία. Ωστόσο, είχε δεχτεί την πρόταση κάποιου και θα πήγαινε. Εάν μόνο είχε αρνηθεί! Θα ήταν όλα διαφορετικά! Ο χορός θα λάμβανε χώρα σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο κοντά στο Δημαρχείο. Όταν έφτασε εκεί, έψαξε για τις τουαλέτες. Η Τόνυ δεν ήταν συνηθισμένη να φορά επίσημα ρούχα και μακιγιάζ. Ως εκ τούτου, πηγαίνοντας στο χορό είχε τρίψει κατά λάθος με το χέρι το πρόσωπο της με αποτέλεσμα να έχει μετατραπεί το μακιγιάζ σχεδόν σε μουτζούρα. Το ξενοδοχείο ήταν τεράστιο ή τουλάχιστον φαινόταν τεράστιο μέσα από τα μάτια μιας έφηβης. Σκέφτηκε πως αυτό θα ήταν το παρθενικό της βήμα σε άγνωστα μέρη και καλά θα έκανε να είναι προετοιμασμένη για όλες τις συναρπαστικές εμπειρίες που θα έρχονταν. Βγήκε από την αίθουσα χορού κι άρχισε να ψάχνει τις τουαλέτες. Για καλή της τύχη, ένας άντρας της έδωσε οδηγίες και πολύ γρήγορα βρέθηκε μπροστά στον καθρέφτη για να καθαρίσει την μουτζούρα που είχε καταφέρει. Απορροφήθηκε τόσο πολύ στο να τρίβει τις κηλίδες από μολυβί κάτω από τα μάτια της που ήταν πλέον πολύ αργά όταν συνειδητοποίησε ότι υπήρχε στον καθρέφτη το είδωλο ενός άντρα που στεκόταν από πίσω της. Τρόμαξε και πριν καλά-καλά αντιδράσει ή πει λέξη, ρίχτηκε κάτω με απερίγραπτη αγριότητα. Ο άντρας, κυριευμένος από οργή και ζωώδη επιθυμία, την ακινητοποίησε και της αφαίρεσε το εσώρουχο. Η Τόνυ πάγωσε από τον φόβο της, δεν αντιστάθηκε στιγμή. Στάθηκε ακίνητη κι έκλεισε τα μάτια. Πέρασε μια ολόκληρη ώρα πριν έρθει κάποιος να την αναζητήσει. Την βρήκαν κουλουριασμένη σαν έμβρυο. Δεν ανταποκρινόταν.

Η επόμενη μέρα ήταν του αποχαιρετισμού. Για πρώτη φορά η Έριν πλησίασε εκείνο το κυρίαρχο έπιπλο, έτσι ώστε να μπορέσει να κρατήσει το χέρι της Τόνυ. Ανάμικτα συναισθήματα ανακούφισης και λύπης την είχαν καταβάλλει. Όσο για την Τόνυ, της φάνηκε περίεργο που κάποιος άλλος πέραν της Τερέζας την ακουμπούσε μετά από τόσα χρόνια. Τα δυο κορίτσια με τα χέρια σφιχτά δεμένα, τα δάχτυλα τους τυλιγμένα σαν κουβάρι, στάθηκαν σιωπηλές κι έκλαψαν. Δεν άρθρωσαν λέξη. Η Έριν ήθελε να της πει ότι γυρνούσε σπίτι κι ότι θα δοκίμαζε την τύχη της σε κάποιο άλλο πανεπιστήμιο. Ήθελε να της πει ‘ευχαριστώ’ για την εμπιστοσύνη που της έδειξε όταν μοιράστηκε την ιστορία της και για την πίστη που έχει σ’εκείνη ότι θα τα καταφέρει. Ήθελε να πει κι άλλα… Ήθελε να πει πόσο λυπάται για το μαρτύριο που είχε ζήσει η φίλη της. Κι άλλα πολλά, αλλά λέξη δεν έβγαινε από το στόμα της. Μονάχα, στεκόταν σιωπηλή με μάτια που έτρεχαν.

«Δεν χρειάζεται να πεις τίποτα. Ξέρω… Καλή σου τύχη, γλυκό μου κορίτσι.» Αυτά ήταν τα λόγια που κι η Τονυ μπόρεσε να αρθρώσει. Θλίψη κι ανακούφιση είχαν κυριέψει την καρδιά της. Παρακολούθησε την Έριν να φεύγει κι ήταν σχεδόν σαν να σηκώνεται από τον καναπέ η ίδια και να φεύγει μαζί της. Μια από αυτές τις μέρες…

Ο Λου κάθισε πλάι στα πόδια της κυράς του κι ανάπνευσε βαριά. Η τηλεόραση ήταν κλειστή κι η Τονυ έμοιαζε πλήρως παραδομένη στην ζεστή αγκαλιά του καναπέ. Κανένας παλμός, κανένας ήχος, καμία κίνηση. Καμία ανάσα. Μονάχα αυτή η δυσοσμία σάπιου κρέατος, κοπράνων κι ούρων. Οι γιατροί αργότερα θα έλεγαν ότι ο θάνατος της επήλθε από πνευμονική εμβολή ή σηψαιμία, όμως ο μορφασμός του άψυχου προσώπου της, που σχεδόν έμοιαζε με χαμόγελο, φανέρωνε ότι απλά είχε έρθει η ώρα για την Τόνυ να πάει παρακάτω. Είχε επιτέλους σπάσει τα δεσμά του τραγικού της παρελθόντος και του παλιού δερμάτινου καναπέ. Οι ηλιαχτίδες που ξεγλιστρούσαν από τις κουρτίνες προμήνυαν ότι θα ήταν μια όμορφη μέρα.”

Πηγή: http://psycheandlife2.wordpress.com/

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Συναφές: 

Γιατί οι άνθρωποι αποφεύγουν την αλήθεια για τον εαυτό τους. 

Κάθε “εγώ είμαι…” είναι ΕΜΠΟΔΙΟ για να ωριμάσετε

Η άρνηση να μάθουμε – Άλις Μίλερ

Το τυφλό κορίτσι

Το δέντρο που έδινε 

1 σχόλιοLeave a comment

%d bloggers like this: