Zούσαμε τις «ευτυχισμένες μέρες» μας.


Ανεξάρτητα από τις πολιτικές μας διαφορές και τις διαφωνίες μας για τα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, το σίγουρο είναι ότι μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας βρίσκεται εδώ και μήνες σε κατάσταση πένθους. Επιχειρηματίες που ασφυκτιούν, αλλά και νεόπτωχοι της εποχής, ιδιωτικοί, αλλά και δημόσιοι υπάλληλοι που βλέπουν τις αποδοχές τους να συρρικνώνονται, ελεύθεροι επαγγελματίες που δοκιμάζονται, αλλά και άνεργοι που έχασαν τις δουλειές τους λόγω της ύφεσης, αναπολούν τις «ευτυχισμένες μέρες» πριν από την κρίση, που χάθηκαν. Σημείο αναφοράς παραμένει το περίφημο πλέον εκείνο καλοκαίρι του 2004, όταν «όλα μπορούσαν να συμβούν». Οπως συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, ο θανών δεδικαίωται – οι σκοτεινές πλευρές του «εκλιπόντος» συγχωρούνται. Θυμόμαστε, κυρίως, ότι άλλος λίγο, άλλος πολύ, προ του αιφνιδίου θανάτου του ελληνικού οικονομικού μοντέλου, «κάπως τα βολεύαμε» και τώρα προσπαθούμε να συμφιλιωθούμε με την ιδέα του τέλους.

Αν υποθέσουμε ότι στην περίπτωσή μας ισχύει το αμφισβητούμενο μοντέλο της Ελίζαμπεθ Κιούμπλερ-Ρος για τα πέντε στάδια του πένθους (άρνηση, θυμός, διαπραγμάτευση, κατάθλιψη, αποδοχή), τότε το πρώτο που έχει να παρατηρήσει κανείς είναι ότι δεν βρισκόμαστε όλοι στην ίδια φάση. Μολονότι άπαντες σχεδόν έχουμε ξεπεράσει πια το στάδιο της άρνησης («η ελληνική οικονομία είναι θωρακισμένη», «λεφτά υπάρχουν»), πολλοί παραμένουν προσκολλημένοι στον θυμό και την οργή, ενώ ακόμη περισσότεροι έχουν περιπέσει σε σιωπηρή κατάθλιψη.

Οι οργισμένοι κατηγορούν την τρόικα και το Μνημόνιο για την απώλειά τους. Είναι λογικό. Πρόκειται για τους πιο εύκαιρους αποδιοπομπαίους τράγους, έστω και αν η κατανομή των βαρών της προσαρμογής είναι δική μας υπόθεση. Αυτό που βολικά παραβλέπουμε είναι ότι ο βασικός λόγος της δοκιμασίας που διέρχονται σήμερα οι πολίτες (δίκαιοι και άδικοι), δεν είναι το Μνημόνιο, αλλά το τέλος των δανεικών, με τα οποία συντηρούνταν τα απίστευτα ελλείμματα στους προϋπολογισμούς και χάρη στα οποία βολευόμασταν οι περισσότεροι. Από τη στιγμή που οι αγορές -αδιάφορο στην προκειμένη για ποιο λόγο- έπαψαν να δανείζουν την Ελλάδα, τρόπος επιστροφής στην προ Μνημονίου τάξη πραγμάτων δεν υπάρχει, είτε προχωρήσουμε σε χρεοστάσιο, αναδιάρθρωση, έξοδο από το ευρώ, είτε όχι.

Είναι κάτι το οποίο συστηματικά αποκρύπτουν οι προπαγανδιστές της χρεοκοπίας. Ισως από άγνοια, ίσως από σκοπιμότητα (ειλικρινά δεν ξέρω τι είναι χειρότερο), αφήνουν επιμελώς να εννοηθεί ότι αν «φύγει η τρόικα» και προχωρήσουμε σε διαγραφή χρεών, τότε όλα θα γίνουν όπως πριν. Μόνο οι έντιμοι από αυτούς παραδέχονται ότι ο δρόμος που προτείνουν δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Ωστόσο, αυτή η αόριστη παραδοχή δεν φτάνει, ειδικά όταν ο θεωρητικά αδαής περί τα μακροοικονομικά αποδέκτης του μηνύματος τη συγκρίνει με τη σκληρή πραγματικότητα της εποχής του Μνημονίου. Αν ήθελαν να θέσουν, λοιπόν, το δίλημμα με ειλικρίνεια, το λιγότερο που θα έπρεπε να κάνουν είναι να περιγράψουν τις δυσκολίες της πρότασής τους, μέχρι και την τελευταία φρικιαστική λεπτομέρεια.

Γιατί, ας μη γελιόμαστε, σε όποια οδό και να καταλήξουμε τελικά, η πραγματικότητα θα είναι αμείλικτη. Και το τελευταίο στάδιο του πένθους είναι η αποδοχή της. Η αναγνώριση δηλαδή ότι ζούσαμε τις «ευτυχισμένες μέρες» μας όπως ακριβώς και η Γουίνι, ηρωίδα στο ομώνυμο έργο του Μπέκετ: Θαβόμασταν σταδιακά μέσα στην άμμο, υποκρινόμενοι ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Συνεχίζαμε αμέριμνοι τη ρουτίνα μας, μέχρι που η άμμος μάς έφτασε μέχρι τον λαιμό. Από εκεί και ύστερα, η μοίρα μας ήταν προδιαγεγραμμένη.

Ισως η μεγαλύτερη πρόκληση των καιρών, επομένως, είναι να ξεπεράσουμε το πένθος για το οικονομικό μοντέλο που μας άφησε μέρες. Φυσικά, η απεξάρτηση της κοινωνίας από τον κρατικό κορβανά θα είναι εξαιρετικά επίπονη διαδικασία. Από τη μία πλευρά, οι πολίτες θα πρέπει να συμβιβαστούν με την ιδέα ότι δεν μπορούν να προσβλέπουν πλέον σε μια θέση στο Δημόσιο για την οικονομική τους αποκατάσταση, αφού το κράτος θα συνεχίσει να συρρικνώνεται, στο ορατό τουλάχιστον μέλλον, ενώ οι συνθήκες εργασίας και οι αμοιβές που παρέχει θα επιδεινώνονται, απλούστατα γιατί δεν υπάρχουν δανεικά να το συντηρήσουν. Από την άλλη, και ο -κάθε άλλο παρά άσπιλος και αμόλυντος- ιδιωτικός τομέας είναι αναγκασμένος να μάθει να λειτουργεί χωρίς κρατικές εργοληψίες, επιχορηγήσεις και χαριστικές ρυθμίσεις, διότι δανεικά λεφτά, τελικά, δεν υπάρχουν. Το κυριότερο, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι οι κοινωνίες που επιβραβεύουν την επίδειξη του δανεικού πλούτου, την γκλαμουριά, τις οικογενειακές γνωριμίες, την αμετροέπεια και τα αποτελέσματα της πλαστικής χειρουργικής, περισσότερο από τη δημιουργικότητα, την καινοτομία και την εργατικότητα, είναι καταδικασμένες να μην επιβιώσουν στο απολύτως ανταγωνιστικό οικονομικό περιβάλλον της εποχής μας. Γιατί σύντομα θα είναι αργά, ακόμη και για τα μαύρα πέπλα…

Του Νικου Xρυσολωρα

Προσθήκη σχολίουLeave a comment

  • Πολύ σωστά τα λέει το άρθρο. Η εποχή των παχιών αγελάδων, της ψεύτικης μαγκιάς, και του lifestyle, (ευτυχώς) μας τελείωσε.
    Προκαλεί όμως επιπλέον θλίψη το γεγονός ότι οι επιπτώσεις της κρίσης δεν επιμερίζονται δίκαια. Είναι κάτι που δεν μπορούμε να το προσπερνάμε έτσι εύκολα.